Σάββατο 1 Ιουνίου 2024
Σαν σήμερα 1 Ιουνίου - Χρηστάκης
Το τραγικό τέλος του αξέχαστου λαϊκού τραγουδιστή Χρηστάκη Τον αποκάλεσαν Τζόνι Χάλιντεϊ. Άφησε το δικό του στίγμα στο ελληνικό τραγούδι και όλοι τον ήξεραν με το μικρό του όνομα. Μια ημέρα σαν σήμερα, ωστόσο, ο Χρηστάκης είχε ένα άδοξο και σκληρό τέλος.
Ήταν ο Χρηστάκης. Έτσι τον ήξεραν όλοι. Ακόμα και αυτοί που τραγουδούσαν τις επιτυχίες του. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που ήξεραν το επίθετό του και ίσως αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του. Ήταν ο Χρηστάκης που έμαθε «πως ήσουν μάγκας» αλλά ήθελε να ζήσει «ελεύθερο πουλί» και να ακούει να «παίζουν τα μπαγλαμαδάκια». Τελικά η ζωή του τα έφερε όλα ανάποδα. Και όταν μια ημέρα σαν σήμερα πέθανε, ήταν ολομόναχος και ξεχασμένος σχεδόν απ' όλους. Τόσο μόνος που αν και ήταν 1η Ιουνίου, ήταν «το κρύο τσουχτερό».
Ο υδραυλικός που ήταν «αηδόνι» Ο Χρήστος Σύρπος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1924. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του, δυστυχώς, δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά. Αυτό που είναι σίγουρο, ωστόσο, είναι πως ενώ ήταν ακόμα μικρός, η οικογένειά του έφυγε από την Πόλη και μετακόμισε μόνιμα στη Δράμα.
Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα και ο Χρήστος έπρεπε να βγει στο μεροκάματο προκειμένου να βοηθήσει την οικογένειά του. Τον έστειλαν δίπλα σε έναν υδραυλικό προκειμένου να μάθει την τέχνη. Και το κατάφερε. Με σκληρή δουλειά και πείσμα έκανε πολλά μεροκάματα και έτσι μπορούσε να βοηθάει τους δικούς του ανθρώπους.
Παράλληλα με αυτά, ωστόσο, ο Χρήστος είχε και το μεράκι της μουσικής. Κάθε φορά που είχε ελεύθερο χρόνο και λεφτά πήγαινε σε κέντρα διασκέδασης για να ακούσει μια «πενιά» και να ξεχνάει έτσι τα προβλήματα της καθημερινότητας. Ήταν τέτοια η αγάπη που είχε για τη μουσική που έμαθε – απλά βλέποντας τους μουσικούς στα μαγαζιά που πήγαινε – να παίζει μπαγλαμά και κιθάρα!
Στη συνέχεια άρχισε να κάνει δειλά – δειλά τα πρώτα του βήματα πάνω στο πάλκο. Αρχικά και για αρκετά χρόνια (από το 1950 έως και το 1967) έκανε δεύτερη φωνή στα μεγάλα ονόματα της νυχτερινής ζωής. Όχι μόνο στα κέντρα διασκέδασης αλλά και στα δισκογραφικά στούντιο.
Δυο άνθρωποι, ωστόσο, ήταν αυτοί που άλλαξαν τη ζωή του Χρήστου που, πλέον, είχε γίνει Χρηστάκης. Ο πρώτος άνθρωπος ήταν ο ρεμπέτης Κώστας Καπλάνης ο οποίος τον άκουσε και του είπε πως θα αδικήσει τον εαυτό του αν παραμείνει για πάντα δεύτερη φωνή στις φίρμες της εποχής. Ο Καπλάνης τον προέτρεψε να κάνει σόλο καριέρα και ο Χρηστάκης ακολούθησε τη συμβουλή του.
Το μόνο που του έλειπε ήταν ένα «δυνατό» τραγούδι προκειμένου να τον μάθει το ευρύ κοινό. Και εδώ, μπαίνει στην ιστορία μας ο σπουδαίος συνθέτης Πάνος Γαβαλάς, ο οποίος δίνει στον Χρηστάκη το τραγούδι «Να χαρείς τα μάτια σου καλέ». Λένε πως ο Γαβαλάς πίστευε τόσο πολύ στον Χρηστάκη που στην ουσία τον επέβαλε στη δισκογραφική, πληρώνοντας ο ίδιος τα πρώτα του μεροκάματα.
Αλλά δε χρειάστηκε να το κάνει για πολύ καιρό αυτό καθώς η επιμονή του απέδωσε καρπούς. Στην πραγματικότητα η ζωή του Χρηστάκη άλλαξε μέσα σε μια νύχτα. Από εκεί που έκανε δεύτερες φωνές σε φίρμες, έγινε ο ίδιος φίρμα τραγουδώντας αυτό το τραγούδι.
Ο Χρηστάκης ζούσε το όνειρό του. Ποτέ δεν περίμενε πως θα γινόταν πρώτο όνομα στα νυχτερινά μαγαζιά. Το γεγονός ότι ζούσε το όνειρό του, «έβγαινε» πάνω στην πίστα αφού ο Χρηστάκης έκανε τα πάντα για να ικανοποιεί τους πελάτες του μαγαζιού. Έκανε ένα σόου που οι θαμώνες αυτών των μαγαζιών δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν καθώς δε δίσταζε να τραγουδάει ακόμα και ξαπλωτός πάνω στους μικρούς... «λόφους» που δημιουργούσαν τα σπασμένα πιάτα!
Την περίοδο της χούντας ο Χρηστάκης καταγράφει τη μια χρυσή επιτυχία μετά την άλλη. Φεύγει από τη δισκογραφική εταιρεία που ήταν και πηγαίνει σε εκείνη που ίδρυσε εκείνη την εποχή ο Γαβαλάς.
Πρώτα ήταν το θρυλικό σήμερα «Έμαθα πως είσαι μάγκας» και στη συνέχεια ήρθαν το «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί» και βέβαια το «Παίζουν τα μπαγλαμαδάκια». Και αυτές είναι μόνο μερικές από τις επιτυχίες που όχι απλά έκαναν τον Χρηστάκη αναγνωρίσιμο και φίρμα αλλά τον ανέβασαν στην κορυφή του ελληνικού τραγουδιού και της διασκέδασης στη νυχτερινή Αθήνα.
Η απότομη πτώση και το τραγικό τέλος Έκανε τον... σαματά, διασκέδαση. Οι εφημερίδες έλεγαν για εκείνον πως ήταν ο «Έλλην Τζόνι Χάλιντεϊ», το πιο λαμπρό αστέρι της Γαλλικής ποπ μουσικής. Έπαιξε και σε πολλές ελληνικές ταινίες.
Ο Χρηστάκης μέσα σε όλη αυτή την «απογείωση» παντρεύτηκε την αδερφή του αξέχαστου Γιώργου Μητσάκη. Απέκτησε και δυο παιδιά. Χώρισε σχετικά γρήγορα, βέβαια, αλλά αυτό δεν τον επηρέασε. Συνέχισε να είναι αυτός ο ανοιχτόκαρδος και σχεδόν πάντα χαμογελαστός τραγουδιστής που έδειχνε να το απολαμβάνει περισσότερο και από αυτούς που πήγαιναν να τον ακούσουν για να διασκεδάσουν.
Δυστυχώς για τον Χρηστάκη, ωστόσο, δεν έχουν όλα τα παραμύθια καλό τέλος. Βρισκόμαστε, πλέον, στη μεταπολίτευση, η μουσική έχει αλλάξει. Ο κόσμος μετά την τραγωδία της Κύπρου, την πτώση της χούντας και τις πρώτες εργατικές διεκδικήσεις που σήμαναν τη γέννηση ενός ισχυρότατου εργατικού κινήματος που είχε τις ρίζες του στην εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973, είχε κάνει στροφή και στη μουσική.
Προτιμούσε, πλέον, το στρατευμένο, πολιτικό, τραγούδι. Ο Χρηστάκης δε χωρούσε μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση και κυρίως άργησε να το αντιληφθεί αυτό. Παράλληλα, ωστόσο, υπήρχε και σε εξέλιξη ένας ανελέητος πόλεμος ανάμεσα στις δισκογραφικές εταιρείες που η κάθε μια για λογαριασμό της διεκδικούσε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι από την «πίτα». Έστω και αν αυτό σήμαινε πως απλά θα κάνει κακό στον αντίπαλο.
Θύμα μιας τέτοιας ανελέητης μάχης ήταν και ο ίδιος ο Χρηστάκης. Ο τραγουδιστής εκείνη την εποχή είχε υπογράψει ένα εξαετές συμβόλαιο συνεργασίας με τη δισκογραφική του Γαβαλά, του ανθρώπου που τον ανέδειξε. Κάποια στιγμή, ωστόσο, η Columbia πλησίασε τον Χρηστάκη και του ζήτησε να αλλάξει εταιρεία.
Ο Χρηστάκης «τυφλώθηκε» από το μέγεθος της Columbia. Δεν ήταν και λίγο, άλλωστε, να σε ζητάει η μεγαλύτερη δισκογραφική. Όταν είπε στον Πάνο Γαβαλά πως θέλει να φύγει για να πάει στην Columbia, ο συνθέτης, πικραμένος, πήρε το συμβόλαιο του Χρηστάκη, το έσκισε μπροστά του και του είπε: «Να πας, Χρήστο, σου εύχομαι κάθε επιτυχία»! Ο Γαβαλάς θα μπορούσε να κρατήσει αν ήθελε τον τραγουδιστή. Είχε εξαετές συμβόλαιο μαζί του, άλλωστε.
Η πίκρα του Γαβαλά για τη στάση του Χρηστάκη, ωστόσο, ήταν μεγαλύτερη και από τα συμβόλαια και από τα κέρδη. Δυστυχώς για τον Χρηστάκη αυτή την λάθος του κίνηση την πλήρωσε ακριβά. Η Columbia που, πλέον, κινούταν στους ρυθμούς που επέβαλε η νέα εποχή, δεν ήθελε τον Χρηστάκη για να του δώσει... πολιτικά τραγούδια. Τον ήθελε για να αποδυναμώσει την εταιρεία του Γαβαλά.
Ο Χρηστάκης ποτέ δεν τραγούδησε έστω και ένα τραγούδι στην Columbia!
Τις τελευταίες του προσπάθειες για να επανακάμψει ήταν το 1976 με τον σπουδαίο Άκη Πάνου και το 1978 με τον Τάκη Σούκα και τον Χρήστο Νικολόπουλο. Δεν πέτυχε αυτό που ήθελε. Επιχείρησε μια τελευταία προσπάθεια με μια συναυλία στον Λυκαβηττό αλλά και πάλι τίποτα. Τα εισιτήρια που πουλήθηκαν ήταν ελάχιστα και η αποτυχία τεράστια.
Ο ανοιχτοχέρης τραγουδιστής άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτοί που είχε ενισχύσει οικονομικά τότε που μπορούσε, τώρα που ήθελε τη βοήθειά τους, του γύρισαν την πλάτη.
Ο Χρηστάκης έφυγε απογοητευμένος από την Αθήνα και πήγε στην Καβάλα. Εκεί τραγουδούσε σε διάφορα ξενυχτάδικα β' διαλογής. Εκεί, στην παραθαλάσσια πόλη της βόρειας Ελλάδας, θα τον βρει το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο. Ουσιαστικά είχε ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση αφού η κατάσταση της υγείας του άρχισε να επιδεινώνεται ραγδαία. Και μετά ήρθε και το δεύτερο εγκεφαλικό. Τελικά, μια ημέρα σαν σήμερα, την 1η Ιουνίου 1981, ο Χρηστάκης άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης.
Πέθανε μόνος, ξεχασμένος και στην αφάνεια. Τα έξοδα της κηδείας, που έγινε στη Δράμα, στην πόλη απ΄ όπου είχε ξεκινήσει, του τα έκαναν κάποιοι φίλοι και θαυμαστές του. Η προσφορά του στη λαϊκή μουσική άρχισε να αναγνωρίζεται περίπου μια δεκαετία αργότερα.
πηγη Reader.gr
Παρασκευή 31 Μαΐου 2024
Επίτηδες και για πολύ συγκεκριμένο λόγο: Ο Έλληνας σκηνοθέτης που εξαφάνισε το όνομά του από ταινίες του
ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης» κυκλοφορεί το 1965 και αποτελεί μία από τις πιο εμπορικές εκείνης της σεζόν, αλλά το όνομα του ανθρώπου που έχει τον πιο σημαντικό ρόλο (αυτό του σκηνοθέτη) που εμφανίζεται στους τίτλους αρχής, δεν είναι το σωστό. Ο περί ου ο λόγος, Γιάννης Δαλιανίδης, μένει… αφανής και αντί αυτού αναφέρεται ο Ανδρέας Ανδρεαδάκης, ένας από τους μοντέρ της χρυσής εποχής της Φίνος Φιλμς.
Ωστόσο οφείλουμε από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μιλάμε για μια περίπτωση που ο ένας έκλεψε την δόξα από τον άλλον. Ίσα-ίσα που ο Ανδρέας Ανδρεαδάκης με αυτόν τον τρόπο έκανε μια εξυπηρέτηση στον γνωστό σκηνοθέτη, μετά από επιθυμία του ίδιου.
Πριν φτάσουμε, όμως, εκεί, ας πούμε μερικά πράγματα για την ταινία. Στην επίσημη ιστοσελίδα της Φίνος αναγράφεται η πλοκή: «Ο Τιμολέων, ένας πολύ έντιμος άνθρωπος, βρίσκει στο δρόμο το πορτοφόλι ενός απόστρατου στρατηγού και νυν διευθυντή μεγάλου οργανισμού. Αποφασίζει να πάει αμέσως σπίτι του για να το παραδώσει, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ότι στο πορτοφόλι έχει μέσα ένα γράμμα που αποδεικνύει μια απάτη που αφορά τον γαμπρό του στρατηγού. Στο σπίτι τον υποδέχεται η γυναίκα του στρατηγού, η οποία είναι και η μόνη που γνωρίζει για την απάτη του αδελφού της, και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να πάρει στην κατοχή της το πορτοφόλι. Όταν επιστρέφει ο στρατηγός στο σπίτι, εντυπωσιάζεται από την τιμιότητα του Τιμολέοντος και τον προσλαμβάνει στον οργανισμό, με σκοπό να ανακαλύψει κάθε παρασπονδία που μπορεί να γίνεται εις βάρος του»…
Τον φτωχό πλην τίμιο Τιμολέοντα υποδύεται ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ενώ ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος εμφανίζεται ως ο στρατηγός Σόλων Καραλέων. Ουσιαστικά οι δύο ηθοποιοί διατηρούν τους ίδιους ρόλους με το ομώνυμο θεατρικό έργο του Δημήτρη Ψαθά, που είχε κάνει νωρίτερα πολύ μεγάλη επιτυχία. Το μοναδικό μέλος του καστ που δεν συμμετείχε στην κινηματογραφική μεταφορά είναι η Μαίρη Αρώνη, με την Ρένα Βλαχοπούλου να ενσαρκώνει τελικά την Λία Παπαδοπούλου-Καραλέοντος.
Ωστόσο εκείνη η λεπτομέρεια που πραγματικά ξεχωρίζει είναι το γεγονός ότι το όνομα του Γιάννη Δαλιανίδη φιγουράρει μόνο στο σενάριο της ταινίας, ενώ σε αυτό σχετικά με την σκηνοθεσία συναντάμε εκείνο του Ανδρέα Ανδρεαδάκη. Ενός ανθρώπου δηλαδή με συνεισφορά στο ελληνικό σινεμά, αλλά από το πόστο του μοντέρ!
Εκείνο που δεν ήταν γνωστό ήταν ο πραγματικός λόγος πίσω από αυτό, ο οποίος αποτελούσε κοινό μυστικό για τους γνώστες, αλλά στο ευρύ κοινό αποκαλύφθηκε αργότερα.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης εκείνη την εποχή μεσουρανούσε και είχε συμμετοχές σε πολλές ταινίες, ειδικά την συγκεκριμένη σεζόν και θέλησε να αποφύγει την… τσιμπίδα της εφορίας, οπότε κατέληξε σε αυτή την λύση! Μάλιστα, το ίδιο έκανε και με το φιλμ «Ένα έξυπνο-έξυπνο μούτρο», με τους Κώστα Βουτσά, Βασίλη Αυλωνίτη (μεταξύ άλλων), όπου και πάλι ως σκηνοθέτης αναφέρεται ο Ανδρέας Ανδρεαδάκης!
Πηγη https://menshouse.gr
Το ξηλωμένο πουλόβερ του Σακελλάριου, τα χαστούκι στον Γαλανό και το τέλος της Βλαχοπούλου από την Finos Film
Η σπουδαία πορεία του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού το 1970, η οποία ολοκληρώθηκε όταν η ελληνική ομάδα έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στο Γουέμπλεϊ, όπου έχασε από τον Άγιαξ, προκάλεσε εκείνη την εποχή το έντονο ενδιαφέρον των Ελλήνων για το ποδόσφαιρο. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της χούντας, όταν οι Έλληνες αναζητούσαν απεγνωσμένα κάτι θετικό που να τους δώσει ενδιαφέρον, να τους ψυχαγωγήσει, αλλά ταυτόχρονα να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν την δύσκολη καθημερινότητα. Η επιτυχία του Παναθηναϊκού ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συμβεί αυτό, ακόμα και για τους φιλάθλους των άλλων ελληνικών ομάδων. Στα χρόνια που ακολούθησαν το 1970, το ποδόσφαιρο βίωσε ίσως την πλέον χρυσή εποχή του, τουλάχιστον όσον αφορά στο ενδιαφέρον των φιλάθλων, οι οποίοι γέμιζαν κάθε Κυριακή τα γήπεδα. Το 1972 λοιπόν, ο Φίνος αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία που να βασίζεται στο ποδόσφαιρο, η οποία όμως παράλληλα θα στηλίτευε και ένα μείζον ζήτημα που απασχολούσε εκείνη την περίοδο το άθλημα: την τάση των ελληνικών ομάδων να αποκτούν ξένους παίκτες, παραγκωνίζοντας τους Έλληνες και αλλοιώνοντας τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο μόλις είναι γίνει επαγγελματικό και οι διεθνείς επιρροές είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους. Ο Φίνος λοιπόν ζήτησε από τον Αλέκο Σακελλάριο ένα σενάριο στο πλαίσιο των παραπάνω, κάτι που ο «κυρ Αλέκος» δεν άργησε να υλοποιήσει. Μάλιστα, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία που γύρισε ο Σακελλάριος με την Finos Film και για το λόγο αυτό έχει την δική της ιστορική αξία.
Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν η Ρένα Βλαχοπούλου (επίσης στην τελευταία της συνεργασία με τον Φίνο), ο Νίκος Γαλανός – που υποδύεται τον διάσημο ελληνοαργεντινό ποδοσφαιριστή Χούλιο Μπάλμας-, ο Δημήτρης Νικολαϊδης, ο Βασίλης Τσιβιλίκας και η Ελίζα Βόζεμπεργκ, πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και γνωστή ποινικολόγος, 16 χρονών τότε. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια μουσική κωμωδία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και προφητική, αφού σατιρίζει την μανία των ελληνικών ποδοσφαιρικών ομάδων της εποχής να φέρνουν ξένους ποδοσφαιριστές, με αμφίβολα πιστοποιητικά ελληνικής ιθαγένειας. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Μια μοδίστρα, η Ρένα, αδυνατώντας να παραδώσει ένα φόρεμα λόγω των αυστηρών μέτρων ασφαλείας του ξενοδοχείου στο οποίο διαμένει ο διάσημος ποδοσφαιριστής Χούλιο Μπάλμας, εξοργίζεται και χαστουκίζει τον Χούλιο.
Οι μάρτυρες πιστεύουν πως πρόκειται για την μητέρα του και σύντομα οι διάφοροι ποδοσφαιρικοί παράγοντες την εκλιπαρούν να πείσει τον Χούλιο να υπογράψει στην ομάδα τους. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Χούλιο ερωτεύεται την κόρη της Ρένας και η ίδια τσακώνεται με τον άντρα της αρνούμενη να δώσει την κόρη της σε ποδοσφαιριστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Δημήτρης Νικολαϊδης, Βασίλης Τσιβιλίκας, Άρης Μαλιαγρός, Σωτήρης Τζεβελέκος, Νίκος Δενδρινός, Περικλής Χριστοφορίδης, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Γιώργος Ζαϊφίδης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Γιάννης Κανδύλας, Μάνια Κολιανδρή, Λουίζα Μπατίστα, Βάσω Βενιέρη, Μπάμπης Ανθόπουλος, Γιώργος Γρηγορίου, Κώστας Τσιάνος, Γιάννης Σαββαϊδης, Νίκος Κικίλιας, Μίνως Μωράκης, Γιώργος Κωνσταντής, Χάρης Σοϊδης, Κυριάκος Δανίκας, Κώστας Σαββαϊδης, Στέφανος Ζηκούδης, Γιώργος Κάφκας, Σαμάνθα Κέπα, Σιτρόν Λιάκουρα, Κώστας Ρήγας, Αντώνης Ζώρζας, Τάκης Γεωργέλης, Κίμων Αποστολόπουλος, Νίκος Πετρόπουλος, Χρήστος Κυριακόπουλος.
Η χημεία Βλαχοπούλου-Γαλανού και η δροσερή Ελίζα Βόζεμπεργκ
Όσον αφορά στις ερμηνείες, η Ρένα Βλαχοπούλου κρατάει ψηλά το επίπεδο, είναι για άλλη μια φορά μοναδική, με εξαιρετικό χιούμορ, κυνική πολλές φορές, νευρώδης όπως πάντα, αλλά πάνω από όλα αυθεντική. Σίγουρα η ταινία αυτή συγκαταλέγεται στις πολύ καλές της. Ωστόσο, η έκπληξη έρχεται από δύο άλλους ηθοποιούς. Πρώτα από όλα, από τον συμπρωταγωνιστή της, τον νεαρό τότε Νίκο Γαλανό, ο οποίος ξεπερνά τον εαυτό του, αποδίδει εξαιρετικά ρεαλιστικά τον ρόλο του διάσημου ποδοσφαιριστή, ενώ αποδεικνύει ότι έχει και μια εξαιρετική χημεία με την Βλαχοπούλου. Φοβεροί οι μεταξύ τους διάλογοι, εύστοχο χιούμορ, ενώ μεγάλο ρόλο έχει και η γλώσσα του σώματος των δύο ηθοποιών.
Πραγματικά, οι δύο τους θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί στον κινηματογράφο, ωστόσο το timing της συνεργασίας τους δεν ήταν τέτοιο που να επέτρεπε αυτή να έχει και συνέχεια, τουλάχιστον στον κινηματογράφο. Ξεχωριστή όμως ήταν και η ερμηνεία του Βασίλη Τσιβιλίκα, στο ρόλο του....τεχνοκράτη μάνατζερ του Χούλιο Μπάλμας, ο οποίος προσπαθεί πολλές φορές να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, προκαλώντας απίθανες καταστάσεις και πολύ γέλιο. Ακόμα και η παρουσία της μικρής – τότε- Ελίζας Βόζεμπεργκ, μπορεί να μην διεκδικεί δάφνες υποκριτικής, είναι όμως «δροσερή» και ευχάριστη. Εκείνο βέβαια που χαλάει κάπως το όλο αποτέλεσμα είναι οι σεναριακές υπερβολές και αφέλειες, όπως π.χ. οι πράσινοι, κόκκινοι και κίτρινοι παράγοντες των ομόχρωμων ομάδων που σε κάθε του εμφάνιση προκαλούν μάλλον μειδιάματα. Ωστόσο ακόμα κι αυτή η εξέλιξη γίνεται σκόπιμα, με την υπερβολή να αποτελεί δομικό στοιχείο του σεναρίου. Υπερβολή που ενσωματώνεται ωστόσο μάλλον αρμονικά στο όλο αποτέλεσμα. Η μουσική ήταν του Γιώργου Κατσαρού, οι χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ, ενώ στην ταινία τραγουδούν οι αδελφοί Κατσάμπα και οι αδελφές Μπρόγιερ. Στους τίτλους της ταινίας εκείνης, ο ηθοποιός Γιώργος Γρηγορίου αναφέρεται λανθασμένα ως Γρηγόρης Γρηγορίου, λάθος που δεν διορθώθηκε ποτέ.
Αλησμόνητη η σκηνή όπου στις εξέδρες του γηπέδου του Παναθηναϊκού, ο Αλέκος Σακελλάριος που εμφανίζεται ως φίλαθλος, ξηλώνει από την αγωνία του για την έκβαση του ματς, όλο του το πουλόβερ! Όπως ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνέντευξή του, η σκηνή αυτή ήταν η καλύτερη της «καριέρας» του ως ηθοποιού, η οποία είχε αρχίσει το 1948, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά από τον φακό, σε ρόλο κομπάρσου φυσικά, στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Στη ταινία εμφανίζονται ακόμα πλάνα από το παλιό Στάδιο Καραϊσκάκη, αλλά και του γηπέδου του Παναθηναϊκού, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Aπό τις κορυφαίες σκηνές του έργου είναι η στιγμή που η Βλαχοπούλου ως μοδίστρα πηγαίνει στο γήπεδο για να δώσει τις στολές των ποδοσφαιριστών της ελληνικής ομάδας, αλλά όταν μπαίνει στα αποδυτήρια δεν μπορεί να συννενοηθεί με κανέναν από τους παίκτες της, αφού όλοι είναι...ξένοι!
Αντίθετα, στο διάδρομο των αποδυτηρίων βρίσκει έναν παίκτη της ξένης, αντίπαλης ομάδας, ο οποίος είναι...Έλληνας! Το αποτέλεσμα είναι αργότερα στο ματς, όταν ο Έλληνας αυτός βάζει γκολ, η Ρένα το πανηγυρίζει έξαλλα, προκαλώντας...πανικό δίπλα της, αφού ο παίκτης αυτός ανήκε στην αντίπαλη ομάδα της ελληνικής. Το αποτέλεσμα είναι...μύλος, που όμως αποτύπωνε με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο το πρόβλημα της εποχής. Πρόβλημα βέβαια που πλέον σήμερα αποτελεί συνήθη τακτική και μάλιστα απόλυτα νόμιμη. Μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση των εμπορικών προδιαγραφών της ταινίας φανερώνει το εξής «παράδοξο»: Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 23 Οκτωβρίου της χρονιάς εκείνης και έκοψε 165.128 εισιτήρια στην πρώτη της προβολή στην Αθήνα. Ήρθε στην 5η θέση ανάμεσα σε 64 ταινίες εκείνη την κινηματογραφική σεζόν. Ποιο ήταν το παράδοξο; Ότι αν και τα εισιτήρια που αυτή έκοψε είναι λίγα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο η ταινία «Η Ρένα είναι οφσάιντ» βρέθηκε πολύ ψηλά από πλευράς εισπράξεων τη σεζόν 1972-1973, στην 5η θέση. Υπήρχε όμως και η εξήγηση: Ο ελληνικός κινηματογράφος από εκείνη την περίοδο είχε ήδη μπει σε τροχιά κρίσης, η επέλαση της τηλεόρασης είχε αρχίσει και τα εισιτήρια στους κινηματογράφους άρχισαν να μειώνονται αισθητά από σεζόν σε σεζόν. Οπότε μια ταινία με μέτριο αριθμό εισιτηρίων, μπορούσε να «σκαρφαλώσει» ψηλά στην κατάταξη των εισπράξεων
πηγη https://www.gazzetta.gr/
Σάββατο 11 Μαΐου 2024
Νίκος ο Τρελάκιας: Ο μυθικός ρεμπέτης μάγκας - Το φονικό στην αγορά - Η περίεργη βεβήλωση του τάφου!
Μάγκας, Πειραιώτης και μυθικός ρεμπέτης Έγραψε τραγούδια τα οποία ερμήνευσαν σπουδαίοι ρεμπέτες και ρεμπέτισες της εποχής του Μεσοπολέμου. Συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη και τον Βαμαβακάρη, είχε παραβατική συμπεριφορά και δολοφόνησε έναν διαβόητο κακοποιό με τον οποίο είχαν προηγούμενα.
Ελάχιστες από αυτές τις αφηγήσεις μπορούν να συγκριθούν με τη ζωή και έργα του Νίκου Μάθεση. Του θρυλικού βαρύμαγκα που έγινε γνωστός ως «Τρελάκιας» και με την ιδιάζουσα παραβατική συμπεριφορά του κατάφερε να επιβιώσει και να επιβληθεί στο πιο σκληρό μέρος της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Στο γκέτο της Δραπετσώνας όπου από τον καπνό και τις νότες που έβγαιναν μέσα από τους τεκέδες ξεπήδησε ο δικός του μύθος.
Κρίνοντάς τον με αποκλειστικά σημερινούς όρους, θα ήταν εύκολο να χαρακτηριστεί φονιάς, χασικλής και παράνομος. Για τις συνοικίες του Πειραιά στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή όμως, ο Νίκος ο Τρελάκιας ήταν (όλα αυτά μεν, αλλά κυρίως) ένας άνθρωπος που έπαιξε και κέρδισε με τους κανόνες που έβαζε η ίδια η ζωή. Αν δεν ήσουν στην κορυφή της «τροφικής» αλυσίδας, θα σε έτρωγαν. Κι εκείνος φρόντισε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να παραμείνει εκεί. Έτρωγε για να μην τον φάει κανείς.
Μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν οι φραμπαλάδες, οι καυγάδες, οι μαγκιές, τα μαχαιρώματα, τα φονικά, οι μπάτσοι. Και φυσικά η αποτύπωση αυτής της έκλυτης και πολυτάραχης ζωής στους στίχους του ρεμπέτικου. Με περισσότερα από 100 τραγούδια γραμμένα από το χέρι του και απροσδιόριστο αριθμό άλλων των οποίων την πατρότητα δεν διεκδίκησε ποτέ, θεωρείται και είναι ένας από τους δημιουργούς που είχε στο μυαλό της η UNESCO.
Ας ακούσουμε όμως πώς περιέγραφε ο ίδιος τον εαυτό του στο τραγούδι που φέρει το όνομά του…
Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» αποτελούνταν από τους Βαμβακάρη, Μπάτη, Παγιουμτζή και Δελιά. Κάτι σαν την «dream team» του ρεμπέτικου. Ο τελευταίος, ο Ανέστης Δελιάς ή Μαύρος Γάτος ή Αρτέμης (ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια, όπως τον αποκάλεσαν μετά το θάνατό του από ηρωίνη το ’44) ντύνει με τη φωνή του τους αυτοβιογραφικούς στίχους του «Τρελάκια». Του καλού παιδιού που κάνει καυγαδάκια. Που κυκλοφορεί με «κούφιο» -δηλαδή περίστροφο- και δίκοπη, που πάει να πει φαλτσέτα. Που τον ξέρουν οι γκόμενες κι οι νταβατζήδες. Και που για γούστο του τα έβαζε με όλους του νταήδες. Που ζούσε, δηλαδή, με βάση τους ιδιαίτερους κώδικες τους οποίους είχε δημιουργήσει η ίδια η ζωή των απόκληρων της ελληνικής κοινωνίας.
Από τα 15 χρόνια του στην ψαραγορά του Πειραιά, ο Νίκος Μάθεσης έπρεπε να διαλέξει την πορεία του. Ο πατέρας του τον έβγαλε από το σχολείο κι εκείνος αποφάσισε να κερδίσει τον σεβασμό με τον μόνο τρόπο που ήξερε. Με τη μαγκιά. Και έγινε ο πρώτος μάγκας. Υπολογίσιμος, απρόβλεπτος μα και σεβαστικός. Με ένα σύστημα αξιών δύσκολο να το αντιληφθούμε εμείς, αλλά απολύτως κατανοητό στο δικό του κόσμο. Παράλληλα γίνεται ένας από τους κορυφαίους στιχουργούς του περιθωριακού ρεμπέτικου. Ενός μουσικού είδους που γεννήθηκε στις φτωχογειτονιές, μιλούσε γι’ αυτές και για τις χαρές και τα πάθη των ανθρώπων της. Συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα εκείνης της εποχής. Με καλλιτέχνες των οποίων σήμερα οι δουλειές κοσμούν τις δισκοθήκες μελών κάθε κοινωνικής τάξης, αλλά τότε κυκλοφορούσαν με τη στάμπα του «ρεμπέτη», του «χασικλή», του «πρεζάκια».
Η ευαίσθητη και καλλιτεχνική πλευρά του Εκτός από στίχους, ο Μάθεσης ζωγράφιζε. Σκάρωνε γελοιογραφίες. Έλεγε ανέκδοτα. Διηγούνταν ιστορίες. Του άρεσαν τα γράμματα. Είχε μια καλλιτεχνική φύση που οπουδήποτε αλλού θα έβρισκε άλλες παράλληλες… δραστηριότητες προκειμένου να εκδηλωθεί και όχι μέσα από τα νταηλίκια στους τεκέδες ή τις φασαρίες στα πέριξ του Πειραιά. «Ονειρευόμουν τον παράδεισο και βρέθηκα στην κόλαση. Σε μια Βαβυλωνία κακοποιών όπου τον πρώτο λόγο είχε το δίκοπο για ψύλλου πήδημα», έλεγε.
Τραγούδια του ερμήνευσε η Ρόζα Εσκενάζυ. Βοήθησε τον Βαμβακάρη (τον πράο και ήσυχο χασάπη, όπως τον έλεγε) να ηχογραφήσει τα πρώτα κομμάτια του. Αν και κάποτε του είχε καρφώσει δύο πιρούνια στον πισινό, πάνω σε καυγά! Μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με τον Παπαϊωάννου και τον Τσιτσάνη την εποχή που το ρεμπέτικο άρχισε να βγαίνει από τα καταγώγια και το μπουζούκι να κερδίζει μια θέση στην «κοσμική» Αθήνα. Εκείνος, όμως, είχε μάθει αλλιώς… Γούσταρε τις ιδιότυπες λέσχες για τις οποίες διαβατήριο ήταν το βιογραφικό του.
Όλοι οι κουτσαβάκηδες τον υπολόγιζαν και λογάριαζαν διπλά και τριπλά πριν τα βάλουν μαζί του. Πολλές φορές πήγαινε εκείνος να τους βρει. Στην Τρούμπα, στα Καρβουνιάρικα, Στην Πειραϊκή, στα Γύφτικα. Εκεί όπου οι μάγκες περπατούσαν μ΄ένα τσιγαριλίκι στο στόμα κι αν τύχαινε να συναντήσουν αστυνομικό, όχι μόνο δεν το πέταγαν, αλλά επιδεικτικά έδειχναν και το μέρος που βάσταγαν το μαχαίρι τους. Οι Αρχές έπαιρναν ρεβάνς με τις εφόδους στα στέκια τους, μαζικές συλλήψεις και κυνηγητά. Φυσικά δεν συμπαθούσε τους αστυνόμους με την βασιλική κορώνα στο καπέλο, αλλά εκείνο που τον εξόργιζε περισσότερο στις εφόδους ήταν η έλλειψη σεβασμού την ώρα που ακουγόταν το ταξίμι. Το αυτοσχέδιο σόλο του ρεμπέτη. «Όταν παίζει ο μπουζουξής το ταξίμι του, κανείς δε μιλάει λες και γίνεται ιεροτελεστία σε ναό του Βούδα», όπως είχε γράψει στα απομνημονεύματά του το 1969…
Η δολοφονία και η αλλόκοτη συμφωνία με το θύμα
Ένας ανοιχτός λογαριασμός μεταξύ του Τρελάκια και του Κώστα Στρίγκλα, οδήγησε σε φονικό το 1938. Ο ξακουστός κακοποιός και «μάγκας» της Φρεαττύδας θέλησε να εκδικηθεί τον Μάθεση και ένα απόγευμα τον αιφνιδίασε στην αγορά. Του επιτέθηκε με μαχαίρι και τον τραυμάτισε στο λαιμό, την πλάτη και τον ώμο. Ο Τρελάκιας πρόλαβε και τράβηξε το περίστροφό του, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές και τον σκότωσε.
«Οπλοφορούσα πάντα, είχα δύο πιστόλια γεμάτα, γιατί είπαμε, ότι πάντα, κάθε στιγμή, η ζωή σου κρεμόταν από μία τρίχα, υπήρχε φόβος να σε φάνε σε ένα λεπτό», δήλωσε πολλά χρόνια μετά το περιστατικό. Όταν βγήκε
από το νοσοκομείο κρίθηκε προφυλακιστέος μέχρι τη δίκη του. Λίγο καιρό αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι βρισκόταν σε άμυνα τη στιγμή της δολοφονίας.
Οι δύο άντρες οι οποίοι στο παρελθόν είχαν βρεθεί αντιμέτωποι αρκετές φορές είχαν κάνει μία συμφωνία με βέβηλο περιεχόμενο. Ο Τρελάκιας την «τήρησε». Όπως ο ίδιος την περιέγραψε αργότερα «τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δύο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα».
Ο Νίκος Μάθεσης πέθανε στις 27 Απριλίου 1975.
πηγη https://www. .pentapostagma.gr
Παρασκευή 10 Μαΐου 2024
«Έμεινε ένα κομμάτι της ζωής μου εκεί». Η απώλεια που σημάδεψε τη ζωή του Κώστα Χατζηχρήστου στην Αίγυπτο
Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ο Κώστας Χατζηχρήστος βρέθηκε για πρώτη φορά σε περιοδεία στην Αίγυπτο. Είχε αποκαλύψει στον Πέτρο Γεωργιόπουλο, που έγραψε τη βιογραφία του, ότι εκεί συνέβη ένα περιστατικό που σημάδεψε την ψυχή του και που πέρασε καιρός για να το ξεπεράσει.
Εκείνη την περίοδο, έπαιζε με θίασο που συμμετείχαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Κούλης Στολίγκας και η Άννα Καλουτά. Στην Αίγυπτο, τον είχαν ακολουθήσει, η γυναίκα του Μαίρη Νικολαΐδου και η θεία της, που πρόσεχε την κόρη τους.
Όταν έφτασαν, μετά από λίγο καιρό, βάφτισαν το παιδί τους, με νονό τον Μενέλαο Θεοφανίδη. «Μετά από τα βαφτίσια, έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι στο οποίο δεν ήμουνα… εγώ!!! Μάλιστα, ήμουν απών από τα βαφτίσια της κόρης μου και το λόγο δεν θα τον πω. Είναι από τα μυστικά που δεν λέγονται», είχε πει.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος. Πηγή: ΑΠΕ-ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Τότε, βασίλευε στην Αίγυπτο ο Φαρούκ, ο οποίος κάλεσε σε επίσημο γεύμα όλο τον θίασο. Ο Χατζηχρήστος ήταν ο μόνος που δεν πήγε. «Ο λόγος δεν ήταν γιατί το έπαιζα ψιλομύτης, αλλά εγώ απέφευγα πάντα τα γεύματα με τους μεγάλους, γιατί αισθανόμουν άβολα. Αισθανόμουν ένα φτωχόπαιδο που δεν ταίριαζε στα “μεταξωτά βρακιά”», είχε αποκαλύψει.
Ο Φαρούκ έκανε ξανά κάλεσμα στο θίασο, αυτή τη φορά για περιήγηση στις πυραμίδες. Τότε, η Καλουτά του είπε: «Κώστα, πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις μαζί με το παιδί». Αν και ο ηθοποιός πείστηκε και πήγε στην περιήγηση, δεν παρευρέθηκε ο Φαρούκ.
Στην Αίγυπτο, «έμαθε» και το αλκοόλ. «Φαίνεται είχαν δώσει “ραντεβού” όλα τα βάσανά μου. Και ένα από αυτά ήταν το αλκοόλ. Και ειδικά το ουίσκι. Μάλιστα, εκεί το πρωτοήπια», ανέφερε. Είχε αποκαλύψει ότι το συγκεκριμένο ποτό του το είχε μάθει ο Κούλης Στολίγκας, την ημέρα της γιορτής του.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος. Πηγή: ΑΠΕ-ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Βέβαια, η γεύση δεν του άρεσε και το είχε αποκαλέσει κοριόζουμο. «Αργότερα όμως το ήθελα τόσο πολύ που επειδή απαγορευόταν μετά τις 12 το βράδυ, έκανα το εξής κόλπο: το έβαζα σε ένα λερωμένο από καφέ φλιτζάνι και το έπινα, ενώ οι Αιγύπτιοι νόμιζαν ότι έπινα καφέ».
Όταν τελείωσαν οι παραστάσεις και ο Χατζηχρήστος θα γυρνούσε στην Αθήνα, τον παράτησε η γυναίκα του. «Τα έφτιαξε με έναν γιατρό και εγώ επιστρέφω στην Αθήνα μαζί με το παιδί και τη θεία, χωρίς τη Μαίρη. Έμεινε εκεί. Και για μένα έμεινε ένα κομμάτι της ζωής μου εκεί. Έτσι ήταν, δυστυχώς. Αμ πώς;»
Με πληροφορίες από: «Ο Χατζηχρήστος τα λέει… Όλα!» (1991), Πέτρος Γεωργιόπουλος, Εκδόσεις Σμπίλιας.
Πηγή αρχικής εικόνας: ΑΠΕ-ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Τρίτη 7 Μαΐου 2024
Ορέστης Μακρής: Ο αγαπημένος “μεθύστακας” του σινεμά που δεν έπινε ούτε γουλιά
Ο Ορέστης Μακρής γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 στη Χαλκίδα. Σπούδασε φωνητική μουσική στο Ωδείο Αθηνών και στα 20 του στρατεύτηκε και υπηρέτησε στη Μικρά Ασία. Από μικρή ηλικία ήταν ένας ήρεμος χαρακτήρας. Οι συνάδελφοί του τον θυμούνταν να κάθεται ήσυχος ήσυχος στο καμαρίνι του χωρίς να μπερδεύεται ποτέ σε κουτσομπολιά και πηγαδάκια. Στις λιγοστές μάλιστα φορές που τον είδαν να θυμώνει, η αντίδρασή του ήταν να κοιτάει ψηλά τον ουρανό, να κάνει τον σταυρό του και να μονολογεί: «Ευχαριστώ, Θεέ μου, που με έκανες λογικό άνθρωπο».
Ο τενόρος που αγαπούσε τις μιμήσεις
Ξεκίνησε την καριέρα του ως τενόρος μιας και είχε υπέροχη λυρική φωνή. Το 1925 κάνει το ντεμπούτο του στον θίασο οπερέτας της Ροζαλίας Νίκα, ενώ δεν αργεί να ξεχωρίσει με το εντυπωσιακό παράστημα και τη γοητευτική του φωνή, ερμηνεύοντας το «Τανγκό της Λεϊλά»συγκινώντας το κοινό της εποχής. Μάλιστα, όταν το 1930 άνοιξε το εργοστάσιο δίσκων της Κολούμπια, ήταν ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που ηχογράφησαν δίσκο.
Το 1928 σε περιοδεία στην επαρχία με τον θίασο του Αιμίλιου Βεάκη, οι συνάδελφοί του ανακάλυψαν ακόμη ένα ταλέντο του Ορέστη Μακρή, εκτός από το τραγούδι. Ένα μεσημέρι όπως έτρωγαν όλοι μαζί, ο συνήθως μετρημένος και ήσυχος ηθοποιός, αποφάσισε να κάνει ορισμένες μιμήσεις, Και εκεί όλοι ενθουσιάστηκαν. Και ανάμεσα στους θαυμαστές τους ήταν ο Βεάκης. «Δεν χρειάζεται καν να το σκεφτείς. Πρέπει να βγεις στην επιθεώρηση και μόνο με αυτό το νούμερο θα χαλάσεις κόσμο», του είπε χαρακτηριστικά και με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.
Έτσι λοιπόν ξεκινά η διαδρομή του στο χώρο της υποκριτικής. Το 1932 ο Ορέστης Μακρής εμφανίστηκε στο Ρεξ παίζοντας στην επιθεώρηση «Παπαγάλος». «Τους μπεκρήδες και αν δικάσουνε, άδικα θα τους κρεμάσουνε», έλεγε κάνοντας τον μεθυσμένο και ξεσηκώνοντας το κοινό που έσπευδε στο θέατρο μόνο και μόνο για να απολαύσει το συγκεκριμένο νούμερο.
Ο ρόλος του μεθυσμένου που υποδύονταν ήταν ένας πραγματικός ήρωας που περιφέρονταν στα σοκάκια της Πλάκας και ο αγαπημένος ηθοποιός προσπαθούσε να μιμηθεί.
Η καριέρα στο σινεμά
Το 1931 κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, με την ταινία «Ο μάγος της Αθήνας». Συνολικά εμφανίστηκε σε περίπου 40 ταινίες και από τις πιο χαρακτηριστικές του ήταν οι: «Ο μεθύστακας» (1950), «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλίκαρα» (1960). Σχετικά με τον «Μεθύστακα», αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος ο Ορέστης Μακρής δεν έπινε ποτέ.
Η τελευταία ταινία στην οποία εμφανίστηκε ήταν η «Ένα κορίτσι αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα» (1968), ενώ για την θεατρική προσφορά του τιμήθηκε από την πολιτεία με το παράσημο του Τάγματος του Φοίνικα.
Η λατρεία για το θέατρο
Το 1932 ξεκινά να εμφανίζεται και στο θέατρο, κυρίως σε παραστάσεις επιθεώρησης. Το 1941, σχημάτισε θίασο με τον Κυριάκο Μαυρέα και το 1943 με το Μάνο Φιλιππίδη και τις αδελφές Καλουτά.
Το 1946, συμμετείχε στο θίασο των Πέντε Άσσων στο Λυρικό, με τους Σοφία Βέμπο, Μάνο Φιλιππίδη, Κυριάκο Μαυρέα, Βασίλη Αυλωνίτη και Μίμη Κοκκίνη. Αργότερα συγκρότησε προσωπικό θίασο και περιόδευσε σ’ όλο τον ελληνικό χώρο.
Ο έρωτας με την 15 χρονη που «έκλεψε» και η λατρεία για την οικογένεια του Ο Ορέστης Μακρής έμενε από την νεανική του ηλικία στην οδό Φρυνίχου στην Πλάκα όπου εκεί το 1925 και σε ηλικία 27 θα γνωρίσει την 15 Βαρβάρα και θα αναπτύξουν μια όμορφη και τρυφερή σχέση. Οι γονείς της από τις σημαντικότερες Αθηναϊκές οικογένειες με οικονομική επιφάνεια, δεν αποδέχονται τον νεαρό θεατρίνο και τότε εκείνος αποφασίζει να την “κλέψει”, με το ζευγάρι να στεγάζει τον νεανικό του έρωτα σε ένα μικρό σπίτι στο Κουκάκι. Παντρεύονται και αποκτούν δύο παιδιά την Κατερίνα και τον Θεμιστοκλή.
O εγγονός του είχε πει για τον παππού του «Σαν οικογενειάρχης ήταν αυστηρός αλλά δίκαιος και τρυφερός. Δεν ήταν ανήθικος, δεν είχε αδυναμίες και πάθη. Δεν έπαιζε χαρτιά, ούτε ιππόδρομο αλλά ούτε κυνηγούσε τον ποδόγυρο. Σε ένα θέμα δεν σήκωνε κουβέντα και το δήλωνε: Όχι τα παιδιά μου στο θέατρο! Κι ας είχε η κόρη του εκτός από την ομορφιά κληρονομήσει και τη φωνή του. του.»
Τα τελευταία χρόνια του Ορέστη Μακρή
Το 1954 στα χρόνια της μεγάλης επιτυχίας και καθιέρωσης, ο αγαπημένος ηθοποιός με την οικογένεια του μετακομίζουν στο Χαλάνδρι σε ένα υπέροχο σπίτι γεμάτο κερασιές, όπου θα ζήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 1975. Πέθανε από ένα απλό κρυολόγημα που εξελίχθηκε σε πνευμονικό οίδημα.
Στα τελευταία του όλοι τον ανακαλούσαν ως έναν χαρούμενο, χορτασμένο από την επιτυχία και ευτυχισμένο άνθρωπο που απολάμβανε να περνά τον χρόνο του κοντά στην οικογένειά του.
Λίγο πριν πεθάνει, ζήτησε από τον εγγονό του να τον πάει για μια τελευταία φορά στην παλιά του γειτονιά στη Χαλκίδα και λίγο πριν κλείσει τα μάτια του είπε στην κόρη του: «Τώρα μπορώ να φύγω ευχαριστημένος, νυν απολύεις τον δούλον σου, Κύριε».
Πηγή: www.in.gr
Ζηκος
Της κακομοίρας
Της κακομοίρας (γνωστή και ως Ο μπακαλόγατος) είναι ελληνική κωμική ταινία του 1963, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη. Το σενάριο βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου. Πρωταγωνιστούν οι Κώστας Χατζηχρήστος, Κώστας Δούκας, Νίκος Ρίζος και Μαρίκα Νέζερ. [1]
Πλοκή
Ο Ζήκος είναι επαρχιώτης από το Καρπενήσι που δουλεύει υπάλληλος στην μπακαλοταβέρνα του Παντελή και είναι ερωτευμένος με την όμορφη Φιφίκα, η οποία, θέλοντας να παίξει μαζί του, προσποιείται ότι ανταποκρίνεται, ενώ αγαπάει τον Κιτσάρα. Ο Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της Φιφίκας, τη Λίτσα. Ο Ζήκος τον κοροϊδεύει για την επιλογή του, αλλά αυτός δεν πτοείται. Κανονίζει τους αρραβώνες σε συνεννόηση με τον τραμβαγέρη Μανώλη, τον πατέρα της Λίτσας, αλλά ερήμην της ίδιας, και αποφασίζουν να το ανακοινώσουν την ημέρα των γενεθλίων της. Η Λίτσα μόλις το μαθαίνει ταράζεται και προσπαθεί να κλεφτεί με τον αγαπημένο της, τον Αργύρη. Όμως, το σχέδιό τους γίνεται αντιληπτό την τελευταία στιγμή από μια γειτόνισσα, την κυρα-Δέσποινα και καταλήγουν όλοι στο σπίτι της Λίτσας προκειμένου να εξηγήσουν γιατί έγινε αυτό το περιστατικό. Τότε, ο κυρ-Μανώλης δέχεται να δώσει τη Λίτσα στον Αργύρη, ενώ και ο Κιτσάρας, μη χάνοντας την ευκαιρία της παρουσίας του πατέρα της Φιφίκας, ζητά και παίρνει το χέρι της.
Κώστας Χατζηχρήστος Ζήκος
Νίκος Ρίζος Κιτσάρας Μπούρμπουρης
Κώστας Δούκας Παντελής Σκουφάντερος
Μαρίκα Νέζερ κυρα-Δέσποινα
Νίκος Φέρμας κυρ-Μανώλης
Ντίνα Τριάντη Λίτσα
Θανάσης Μυλωνάς Αργύρης
Νέλλη Παππά Φιφίκα
Γιώργος Ολύμπιος κυρ-Σωτήρης
Γιώργος Βελέντζας Μήτσος (σοφέρ)
Κώστας Μεντής Ανδρέας
Βέτα Κορμού Κατερίνα
Υβόνη Βλαδίμηρου αδελφή κυρ-Μανώλη
Παραγωγή
Η ταινία ήταν επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1963, ενώ ξαναπροβλήθηκε στο ίδιο Φεστιβάλ, στις 12 Νοεμβρίου 2002. [2] Στις κινηματογραφικές αίθουσες, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 18 Ιουνίου 1963 και, κόβοντας 201.008 εισιτήρια, κατατάχθηκε στην 26η θέση ανάμεσα σε 92 ταινίες της ίδιας σεζόν. [3] Κυκλοφόρησε και με τη μορφή ντιβιντί στις 21 Απριλίου 2003. [4]
Η ταινία επιχρωματίστηκε στα West Wing studios της Καλιφόρνιας και επαναλανσαρίστηκε έγχρωμη το 2017. [5]
Σάββατο 4 Μαΐου 2024
Πάσχα
Πάσχα ονομάζεται η μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού. Στον Ιουδαϊσμό καθιερώθηκε ως η ανάμνηση της Εξόδου, που ελευθέρωσε τους Εβραίους από την αιγυπτιακή δουλεία.[1] Μεταγενέστερα υιοθετήθηκε ως εορτασμός από τους Χριστιανούς αναφορικά με τον θυσιαστικό θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού.[2]
Το γεγονός της απελευθέρωσης αυτής συνέβη με μια σειρά θεϊκών προνοιακών παρεμβάσεων, από τις οποίες η σημαντικότερη εκδηλώνεται τη νύχτα κατά την οποία θα εξολοθρεύονταν τα πρωτότοκα των ανθρώπων και των ζώων των Αιγυπτίων, ενώ τα σπίτια των Εβραίων θα προστατεύονταν αφού οι πόρτες τους είχαν σημαδευτεί με το αίμα του αρνιού που είχαν θυσιάσει.[3]
Προέλευση
Ο όρος Πάσχα προέρχεται από το αραμαϊκό πασ'ά και το εβραϊκό πέσαχ. Κάποιοι μελετητές έχουν προτείνει ως προέλευση του εβραϊκού όρου ξένη ετυμολογία, όπως η ασσυριακή πασαχού (πραΰνω) ή η αιγυπτιακή πασ' (ανάμνηση) ή πεσάχ (πλήγμα). Ορισμένοι ερευνητές ανιχνεύουν τις αρχές των εορταστικών εκδηλώσεων του Πάσχα σε χαναανιτικές γιορτές που σχετίζονται με τη συγκομιδή κριθαριού την άνοιξη. Άλλοι μελετητές θεωρούν ότι η ρίζα του Πάσχα βρίσκεται σε γιορτές και ιεροτελεστίες της άνοιξης της προ-ισραηλιτικής εποχής με την έννοια των ποιμένων που υποβάλλουν αίτημα στον θεό για την προστασία του κοπαδιού τους.[4] Εντούτοις, αυτές οι υποθέσεις δε θεωρούνται επαρκώς τεκμηριωμένες.
Πάντως, η Βίβλος συσχετίζει το πέσαχ με το ρήμα πασάχ πού σημαίνει είτε χωλαίνω, είτε εκτελώ τελετουργικό χορό γύρω από τη θυσία (Γ' Βασ. 18:21,26), είτε, μεταφορικά, "ξεφεύγω", "προσπερνώ", "απαλλάσσω". Το Πάσχα, είναι η προσπέραση του αγγέλου του Θεού πάνω από τα σπίτια των Ισραηλιτών, ενώ έπληττε με θάνατο τα πρωτότοκα αγόρια των σπιτιών των Αιγυπτίων.[5]
Σύμφωνα με τις Εβραϊκές Γραφές, το Πάσχα αποτελούσε ανάμνηση της εξόδου από τη δουλεία της Αιγύπτου υπό την ηγεσία του Μωυσή μέσω θεϊκής παρέμβασης. Το Πάσχα αποτελούσε οικογενειακή εορτή. Εορταζόταν νύχτα, στην πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, την 14η του μήνα Αβίβ (που ονομάστηκε Νισάν μετά τη Βαβυλωνιακή εξορία) με προσφορά ενός νεαρού ζώου, χρονιάρικου, για να ευλογηθεί από τον Θεό όλο το κοπάδι. Το σφάγιο ήταν αρνί ή κατσίκι, αρσενικό και αρτιμελές (Εξ. 12:3-6), δεν έπρεπε να σπάσει κανένα κόκαλο του (Έξ. 12:46, Αρ. 9:12) ενώ το αίμα του ως ένδειξη προστασίας, το έβαζαν στην είσοδο κάθε σπιτιού (Εξ. 12:7,22). Οι μετέχοντες στο δείπνο ήταν ντυμένοι, έτοιμοι για ταξίδι (Έξ. 12:8-11).
Αυτά τα στοιχεία νομαδικής, οικογενειακής ζωής μας δείχνουν μια πολύ παλαιότερη προέλευση του Πάσχα, που θα μπορούσε να είναι η θυσία που ζήτησαν οι Ισραηλίτες από τον Φαραώ να πάνε να γιορτάσουν στην έρημο (Έξ. 3:18, 5:1 εξ). Παρ' όλα αυτά όμως, η έξοδος από την Αίγυπτο έδωσε στο Πάσχα την οριστική του σημασία.
Το αναμνηστικό γεύμα του ιουδαϊκού Πάσχα, το οποίο περιλαμβάνει άζυμο ψωμί και κρασί, ονομάζεται Σεντέρ.
Χριστιανικό Πάσχα
Τρεις ημέρες μετά τον θάνατό του ο Χριστός αναστήθηκε Το Χριστιανικό Πάσχα, ή κοινώς Πασχαλιά ή Λαμπρή, και ειδικότερα η Ανάσταση του Χριστού ή απλώς Ανάσταση, είναι η σπουδαιότερη γιορτή του Χριστιανισμού.[6] Εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία.
Με τον όρο Ανάσταση μπορεί να αναφερόμαστε και στην εβδομάδα της Ανάστασης μέχρι το Σάββατο της Διακαινησίμου, ακόμη στην περίοδο των 50 ημερών, που ακολουθούν την εορτή της Ανάστασης, μέχρι και την τελευταία ημέρα, καλούμενη (αριθμητικά) Πεντηκοστή.
Καθορισμός ημερομηνίας του Πάσχα και η σημασία του Η εορτή της Ανάστασης του Ιησού Χριστού, λόγω της σπουδαιότητάς της, επηρεάζει το εορτολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόσο το Πασχάλιο, που ξεκινά 70 ημέρες πριν το Πάσχα Τριώδιο (συμπεριλαμβάνοντας τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα) και λήγει 50 ημέρες μετά (περίοδος Πεντηκοσταρίου), όσο και τους λειτουργικούς κύκλους του Κυριακοδρομίου, που καθορίζονται οι ψαλλόμενοι ήχοι της Παρακλητικής και οι αναγιγνωσκόμενες αποστολικές και ευαγγελικές περικοπές κάθε εβδομάδας, καθώς και τα εωθινά αναγνώσματα όλων των Κυριακών του έτους. Οι ακολουθίες, που τελούνται τότε, έχουν αρχαιοπρέπεια (ανάγονται στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, όπως η αφή του Αγίου Φωτός, οι Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες), κατάνυξη (προκαλούν συγκίνηση στους πιστούς, όπως οι κατανυκτικοί εσπερινοί, τα μεγάλα απόδειπνα και οι ακολουθίες των Παθών) και λαμπρότητα (χαρακτηρίζονται από αισιοδοξία και μεγαλοπρέπεια, όπως τα Φωταγωγικά τροπάρια και οι πανηγυρικές, αναστάσιμες θείες λειτουργίες), και περιγράφονται λεπτομερώς στο τυπικό της Εκκλησίας.
Επίσης, επειδή το Πάσχα είναι κινητή εορτή (και μάλιστα το επίκεντρο όλων των κινητών εορτών), δηλαδή δεν εορτάζεται κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία, απαιτείται ένας αστρονομικός υπολογισμός, προκειμένου να προσδιοριστεί η ακριβής ημερομηνία της εορτής, κάθε χρόνο. Αυτό καθορίστηκε από την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ., θεσπίζοντας ειδικό κανόνα (τον Πασχάλιο κανόνα), που διορίζει την εορτή του Πάσχα ως την πρώτη Κυριακή αμέσως μετά από την πρώτη πανσέληνο, που συμβαίνει αμέσως μετά από την εαρινή ισημερία. Επιπλέον, τέθηκε όρος, εάν η πανσέληνος πέσει ημέρα Κυριακή, τότε το Πάσχα να μετατίθεται για την επόμενη Κυριακή, κι αυτό για να μη συμπέσει ποτέ το χριστιανικό με το Εβραϊκό Πάσχα ή Νομικό Φάσκα (το οποίο σύμφωνα με τον κανόνα του Μωϋσέως, πρέπει να εορτάζεται πάντα κατά την ημέρα της πρώτης πανσελήνου μετά από την εαρινή ισημερία), αλλά πάντοτε το χριστιανικό Πάσχα να εορτάζεται μετά από το εβραϊκό.
Αστρονομικός και ημερολογιακός υπολογισμός του Πάσχα Κατά τον καιρό της Α' Οικουμενικής Συνόδου, η εαρινή Ισημερία συνέπιπτε την 21η Μαρτίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, που επικρατούσε σε Ανατολή και Δύση. Για τη διευκόλυνση των απανταχού Χριστιανών, ώστε να συνεορτάζουν το Πάσχα, συντάχθηκαν Πασχάλιοι πίνακες, λαμβάνοντας υπ' όψιν αφενός το Ιουλιανό ημερολόγιο για τον υπολογισμό των ετήσιων τροπών, αφετέρου το Μετώνειο κύκλο για τον υπολογισμό των φάσεων της Σελήνης. Με βάση τον κανόνα και τον ημερολογιακό ορισμό της εαρινής Ισημερίας σταθερά στις 21 Μαρτίου, το Ορθόδοξο Πάσχα συμπίπτει πάντα μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου. Έκτοτε, οι Πασχαλιές υπολογίζονταν ημερολογιακά και όχι πλέον αστρονομικά.
Παρατήρηση και διόρθωση των ηλιοσεληνιακών σφαλμάτων στον υπολογισμό του Πάσχα Ωστόσο, με την πάροδο των ετών και λόγω των ατελειών του ηλιοσεληνιακού σχήματος, που εφαρμόστηκε, παρατηρήθηκαν αποκλίσεις μεταξύ των ημερολογιακών και των πραγματικών, αστρονομικών γεγονότων, που καθορίζουν το Πάσχα. Τα σφάλματα αυτά διορθώθηκαν σημαντικά μετά την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου το 1582 στη Δύση, το οποίο σταδιακά επεκτάθηκε και υιοθετήθηκε σε παγκόσμια κλίμακα. Σήμερα, το Γρηγοριανό ημερολόγιο προηγείται 13 ημέρες σε σχέση με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Η συντριπτική πλειοψηφία των ορθοδόξων Εκκλησιών διατήρησαν το Ιουλιανό ημερολόγιο, προκειμένου να συνεορτάζουν το Πάσχα και γι' αυτό στις ημέρες μας, το Πάσχα εξακολουθεί να συμπίπτει μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο, οι οποίες ημερομηνίες αντιστοιχούν από τις 4 Απριλίου ως τις 8 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο. Συνεπώς, το Πάσχα και οι υπόλοιπες κινητές εορτές, που εξαρτώνται απ' αυτό (π.χ. Κυριακή της Τυρινής, Κυριακή των Βαΐων, Ανάληψη, Πεντηκοστή), εορτάζονται πάντα ταυτόχρονα και από τα δύο ημερολόγια, σε αντίθεση με τις ακίνητες εορτές του έτους (π.χ. Θεοφάνια, Υπαπαντή του Χριστού, Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, Μεταμόρφωση του Σωτήρος, Κοίμηση της Θεοτόκου, Χριστούγεννα), που εορτάζονται με 13 ημέρες διαφορά.
H Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει ετήσια το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη Μετώνεια πανσέληνο (η οποία στις μέρες μας συμβαίνει 4 ή 5 ημέρες αργότερα από την πραγματική αστρονομική πανσέληνο) που ακολουθεί την Ιουλιανή εαρινή ισημερία της 21ης Μαρτίου του παλαιού ημερολογίου ή της 3ης Απριλίου του νέου ημερολογίου (η οποία στις μέρες μας υστερεί 12 ή 13 ημέρες από την πραγματική αστρονομική ισημερία). Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εορτάζει το Πάσχα των Λατίνων την πρώτη Κυριακή μετά την πραγματική αστρονομική πανσέληνο, λαμβάνοντας υπόψιν της μόνο την πραγματική εαρινή ισημερία και καθόλου υπόψιν την ημερομηνία του Εβραϊκού Πάσχα, το οποίο δεν εορτάζεται ποτέ πριν τις 26 Μαρτίου του νέου ημερολογίου και, έτσι, είναι δυνατόν κάποιες χρονιές (όταν η πραγματική αστρονομική πανσέληνος συμβεί στο διάστημα 21-25 Μαρτίου), να εορταστεί το Ρωμαιοκαθολικό Πάσχα πριν το εβραϊκό, γεγονός το οποίο η Ορθόδοξη Ανατολή αποδοκιμάζει.
Νομικό Φάσκα και Εβραϊκό Πάσχα
Το Νομικό Φάσκα είναι μια μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος, η οποία πληρεί το δεύτερο όρο του Πασχάλιου κανόνα (Μετώνεια, πασχαλινή πανσέληνος και συμπίπτει με την αρχαία, νομική εορτή του Ιουδαϊκού Πάσχα. Ωστόσο, μετά από αρκετό χρόνο, οι Εβραίοι, σε αντίθεση με τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, αναγνωρίσαν το σφάλμα της Μετώνειας πανσελήνου και εορτάζουν πλέον το Πάσχα τους κατά την ημέρα της πραγματικής αστρονομικής πανσελήνου, εξακολουθούν όμως να υπολογίζουν την πασχαλινή τους πανσέληνο τουλάχιστον 5 ημέρες μετά την ισημερία, λόγω κάποιων ελλείψεων και ανακολουθιών στο ηλιοσεληνιακό τους ημερολόγιο, που σημαίνει πως το Εβραϊκό Πάσχα σήμερα εορτάζεται στο διάστημα μεταξύ 26 Μαρτίου-23 Απριλίου. Να σημειωθεί, πως κάποιες φορές, όταν η πρώτη εαρινή πανσέληνος συμβεί μεταξύ 21-25 Μαρτίου, το Εβραϊκό Πάσχα συμπίπτει με τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο. Προς τούτο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να λαμβάνει υπόψιν της το Νομικό Φάσκα, ώστε να μην παραβιάζεται ο όρος της Συνόδου της Νίκαιας και συμβεί να υπάρξει συνεορτασμός Εβραϊκού Πάσχα και χριστιανικού, που απαγορεύεται αυστηρά (αν και πλέον, εξαιτίας των λανθασμένων υπολογισμών της πανσελήνου και της εαρινής ισημερίας, παραβιάζονται αστρονομικά (και όχι ημερολογιακά) οι άλλοι όροι του κανόνα της συνόδου).
Πάσχα των Ορθοδόξων και των Λατίνων
Το Ορθόδοξο Πάσχα παντού (εκτός από την Φινλανδική Ορθόδοξη Εκκλησία) εορτάζεται τουλάχιστον 14 ημέρες αργότερα από την πραγματική εαρινή ισημερία (πάντοτε από τις 4 Απριλίου του νέου ημερολογίου και αργότερα, λόγω του Ιουλιανού σφάλματος), καθώς επίσης και τουλάχιστον 5 με 6 ημέρες αργότερα από την πραγματική αστρονομική πανσέληνο, που συμβαίνει μετά την Ιουλιανή εαρινή ισημερία, λόγω του Μετώνειου σφάλματος.
Επίσης, επειδή οι δύο πανσέληνοι (αστρονομική και μετώνεια) δεν πέφτουν πάντα μέσα στην ίδια εβδομάδα, πολλές φορές το Ορθόδοξο Πάσχα δεν εορτάζεται κανονικά την πρώτη Κυριακή μετά την πραγματική αστρονομική πανσέληνο, που συμβαίνει μετά την πραγματική εαρινή ισημερία, αλλά τη δεύτερη Κυριακή. Γι' αυτό, όταν συμβαίνει αυτό, το Ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται μια εβδομάδα αργότερα από το ρωμαιοκαθολικό, ενώ όταν οι πανσέληνοι συμπίπτουν την ίδια εβδομάδα, τότε συμπίπτουν και οι Κυριακές εορτασμού του Πάσχα.
Ακόμα, κάποιες φορές το Ορθόδοξο Πάσχα δεν εορτάζεται κανονικά μετά από την πρώτη πραγματική, εαρινή αστρονομική πανσέληνο, αλλά μετά τη δεύτερη αστρονομική πανσέληνο, που θεωρείται ως πασχαλινή. Γι' αυτό, στην περίπτωση, που η πραγματική αστρονομική πανσέληνος συμβεί στο διάστημα από 21 έως 29 Μαρτίου του νέου ημερολογίου, τότε το Ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται ένα μήνα αργότερα από το ρωμαιοκαθολικό Πάσχα, ενώ όταν η πραγματική αστρονομική πανσέληνος συμβεί μετά τις 30 Μαρτίου, Ορθόδοξοι και Λατίνοι κάνουν Πάσχα αμφότεροι μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο. Να σημειωθεί πως, όταν η πραγματική αστρονομική πανσέληνος συμβεί στο διάστημα από 30 Μαρτίου έως 3 Απριλίου κατά το νέο ημερολόγιο, καίτοι δεν έχει παρέλθει η Ιουλιανή ισημερία, η Μετώνεια πανσέληνος υπολογίζεται, ότι συμβαίνει αντίστοιχα μεταξύ 4 και 8 Απριλίου κατά το νέο ημερολόγιο, δηλαδή μετά την Ιουλιανή εαρινή ισημερία, οπότε πληρούνται και αστρονομικά οι δύο πρώτοι όροι του Πασχάλιου κανόνα.
Λόγω των συνδυασμών αυτών των δύο γεγονότων (εορτασμός την πρώτη ή τη δεύτερη Κυριακή, μετά την πρώτη ή τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο), κάποιες χρονιές τα δύο Πάσχα (ορθόδοξο και ρωμαιοκαθολικό) εορτάζονται έως και με 35 ημέρες διαφορά, όταν οι Ρωμαιοκαθολικοί εορτάζουν από 22 Μαρτίου έως 3 Απριλίου, ενώ οι Ορθόδοξοι από 26 Απριλίου έως 8 Μαΐου του ιδίου έτους. Σύμπτωση Ρωμαιοκαθολικού και Ορθόδοξου Πάσχα συμβαίνει μόνο στην περίπτωση όπου ικανοποιούνται δύο όροι ταυτόχρονα: α) η πραγματική αστρονομική πανσέληνος συμβεί από τις 3 έως και 18 Απριλίου του νέου ημερολογίου και β) η πραγματική αστρονομική πανσέληνος να συμβεί από Κυριακή έως Τρίτη, οπότε η μετώνεια πανσέληνος να συμβεί από Πέμπτη έως Σάββατο της ίδιας εβδομάδας, ώστε η ερχόμενη Κυριακή να είναι κοινή ημέρα εορτασμού του Πάσχα Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών. Συνεπώς, η περίοδος, που τα δύο Πάσχα μπορούν να συμπέσουν, κυμαίνεται με το νέο ημερολόγιο από τις 4 Απριλίου (η νωρίτερη σύμπτωση) έως τις 25 Απριλίου (η αργότερη σύμπτωση).
Ιστορία του εορτασμού της Ανάστασης Στην Καινή Διαθήκη, δεν καταγράφονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που τηρούσαν την εορτή της Ανάστασης τα μέλη της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας.[7] Έτσι, μεταγενέστεροι Χριστιανοί άρχισαν να επιχειρηματολογούν όσον αφορά τις πρακτικές των πρώτων Χριστιανών. Η πρώτη «πασχάλια έριδα» σχετικά με τον ετήσιο εορτασμό του χριστιανικού Πάσχα, δηλαδή της Ανάστασης, εμφανίστηκε κατά το 2ο αιώνα. Οι εκκλησίες της Μικράς Ασίας ακολουθούσαν την αρχαία ιωάννεια «τεσσαρεσκαιδεκατική» πρακτική, τηρώντας σε ετήσια βάση τον "Μυστικό Δείπνο" την ίδια ημερομηνία με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό σήμαινε ότι εορταζόταν το Πάσχα την ημέρα που αντιστοιχούσε στις 14 του ιουδαϊκού μήνα Νισάν, ανεξαρτήτως από το αν αυτή η ημέρα συνέπιπτε να είναι Κυριακή (η οποία ονομαζόταν τότε «Ημέρα του Ήλιου»).[8] Οι αντίπαλοί τους επιχειρηματολογούσαν υπέρ της άποψης ότι η Ανάσταση θα έπρεπε να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά το ιουδαϊκό Πάσχα. Η διαμάχη συνέχισε να εντείνεται ως το δεύτερο μέρος του 2ου αιώνα, με την πλειονότητα των εκκλησιών να προσκολλιούνται στην άποψη της τήρησης της Ανάστασης την Κυριακή. Εντούτοις, οι εκκλησιαστικές διαμάχες που αφορούσαν την ημερομηνία του εορτασμού του Πάσχα δεν έπαψαν κατά τους επόμενους αιώνες.[9]
Ήδη κατά τον 2ο αιώνα η κύρια ημέρα λατρείας, μελέτης των Γραφών και εορτασμού της Θείας Ευχαριστίας ήταν η Κυριακή, ως ανάμνηση της ανάστασης του Χριστού.[10][11][12] Τη Θεία Κοινωνία, που τηρούσαν πλέον οι Χριστιανοί ακολουθώντας την εντολή του Ιησού,[13] αποτελούσε εξέχων στοιχείο της κοινοτικής ζωής της εκκλησίας ήδη από τις ημέρες των αποστόλων.[14] Ταυτόχρονα δε, με την εορτή άρχισε να τηρείται και η λεγόμενη Πασχάλεια νηστεία, που σε κάθε τοπική εκκλησία είχε ορισμένο διάστημα ασκήσεως.
Τελικά η Α΄ Οικουμενική σύνοδος αποφάσισε οριστικά για μια κοινή ημερομηνία τέλεσης του εορτασμού του Πάσχα ως την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της Εαρινής Ισημερίας, που τηρείται μέχρι σήμερα με κάποιες παραλλαγές από τις διάφορες ομολογίες. Λαογραφία
Με βάση τα έθιμα της Μεγάλης Εβδομάδας
Πασχαλινός οβελίας και κοκορέτσι. Παραδοσιακό ψήσιμο στα ελληνικά σπίτια πλάθουν κουλουράκια ή/και τσουρέκια (τη Μεγάλη Τρίτη ή τη Μεγάλη Πέμπτη), ενώ τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν κόκκινα αυγά[15]. Ζυμώνουν το Λαμπρόψωμο προς τιμήν του Αναστημένου Χριστού σχηματίζοντας με ζυμάρι στην επιφάνειά του τα αρχικά γράμματα του πασχαλινού χαιρετισμού Χριστός Ανέστη βάζοντας στο κέντρο ένα κόκκινο αυγό.
Λαμπρόψωμο και κουλούρι παραδοσιακά Τα λαϊκά έθιμα κατά τον σύγχρονο εορτασμό της Ανάστασης στην Ελλάδα, περιλαμβάνουν το άναμμα λαμπάδων και τη μεταφορά του Αγίου Φωτός στα σπίτια από την τελετουργία της Ανάστασης στις εκκλησίες, δείπνο με κύριο φαγητό τη μαγειρίτσα, το βράδυ της Ανάστασης, το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών στο σπίτι ή έξω από την Εκκλησία, το «φιλί της αγάπης» την ώρα της Ανάστασης, το σούβλισμα του αρνιού κατά την Κυριακή του Πάσχα και άλλες εκδηλώσεις.
Βαμμένα αυγά, λαμπάδες και τσουρέκι
Μαγειρίτσα, το βράδυ μετά την Ανάσταση
Σούβλισμα αρνιού την ημέρα του Πάσχα
Εορτολόγιο
Την ημέρα του Πάσχα, σύμφωνα με το ελληνικό/ορθόδοξο εορτολόγιο, γιορτάζουν αρκετά ελληνικά ονόματα: ο Αναστάσιος, η Αναστασία, ο Λάμπρος, η Λαμπρινή, ο Ανέστης, ο Πασχάλης, ο Στασινός κ.α.[16]
Ανάσταση Προσευχή
Κυριακή Άγιο Πάσχα (Ημέρα Ανάστασης.)
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν,
ζωήν χαρισάμενος
Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι,
προσκυνήσομεν Άγιον, Κύριον,
Ιησούν
τον μόνον αναμάρτητον.
Τον Σταυρόν Σου Χριστέ προσκυνούμεν
και την Αγίαν σου Ανάστασιν
υμνούμεν και δοξάζωμεν
Συ γαρ ει ο Θεός ημών,
εκτός Σου άλλον ουκ οίδαμεν,
το όνομά Σου ονομάζομεν.
Δεύτε, πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν
την του Χριστού Αγίαν Ανάστασιν.
Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού
χαρά εν όλω τω κόσμω.
Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον,
υμνούμεν την Ανάστασιν Αυτού.
Σταυρόν γαρ υπομείνας δι' ημάς,
θανάτω, θάνατον ώλεσεν.
https://el.wikipedia.org/
Παρασκευή 3 Μαΐου 2024
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Μεγάλη Παρασκευή: Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους και αφού ομολόγησε δυο φορές ότι ο Ιησούς είναι αθώος, έπειτα, για να ευχαριστηθούν οι Ιουδαίοι, τον καταδικάζει σε θάνατο• και αφού τον μαστίγωσε σαν δραπέτη δούλο τον Δεσπότη των όλων, Τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
Μεγάλη Παρασκευή: Επιτάφιος τα Αγία πάθη του Κυρίου
Εἰς τὴν Σταύρωσιν
Ζῶν εἶ Θεὸς σύ, καὶ νεκρωθεὶς ἐν ξύλῳ,
Ὦ νεκρὲ γυμνέ, καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε.
Από ’κει και πέρα ο Ιησούς, αφού παραδόθηκε στους στρατιώτες, γυμνώνεται, φοράει κόκκινη χλαμύδα, στεφανώνεται με ακάνθινο στεφάνι, κρατάει κάλαμο σα σκήπτρο, προσκυνείται χλευαστικά, φτύνεται και χτυπιέται στο πρόσωπο και στο κεφάλι. Μετά, φορώντας πάλι τα ρούχα του και βαστάζοντας το Σταυρό, πηγαίνει προς τον Γολγοθά, τον τόπο της καταδίκης και εκεί, γύρω στην Τρίτη ώρα της ημέρας, σταυρώνεται μεταξύ δυο ληστών, βλασφημείται από αυτούς που είχαν πάει στον Γολγοθά μαζί του, μυκτηρίζεται από τους αρχιερείς, ποτίζεται από τους στρατιώτες με ξύδι ανακατεμένο με χολή.
Γύρω στην ενάτη ώρα, αφού βγάζει πρώτα φωνή μεγάλη, και λέει: «Τετέλεσται», εκπνέει «ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», την ώρα κατά την οποία σφάζονταν, σύμφωνα με τον νόμο, ο πασχαλινός αμνός, ο οποίος καθιερώθηκε ως έθιμο στους Ιουδαίους, προτυπώνοντας τον Εσταυρωμένο Χριστό, πρίν από 1043 χρόνια.
Το δεσποτικό αυτό θάνατο και η άψυχη κτίση, πενθώντας, τον τρέμει και αλλοιώνεται από το φόβο αλλά ο Δημιουργός της κτίσεως ακόμα και όταν είναι νεκρός, λογχίζεται την ακήρατη πλευρά Του και ρέει απ’ αυτή αίμα και νερό. Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, έρχεται ο Ιωσήφ από Αριμαθείας και ο Νικόδημος μαζί με αυτόν, και οι δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθηλώνουν από το Σταυρό το πανάγιο του διδασκάλου σώμα, το αρωματίζουν, το τυλίγουν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, κυλούν στο στόμιο του μεγάλο λίθο.
Αυτά τα φρικτά και σωτήρια πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού επιτελούμε σήμερα και εις ανάμνηση αυτών παραλάβαμε από αποστολική διαταγή, τη νηστεία της Παρασκευής.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοι.
Κυριακή 28 Απριλίου 2024
Ελληνικός κινηματογράφος, από το 1896 έως σήμερα
Ηιστορία του κινηματογράφου στην Ελλάδα αρχίζει με την πρώτη προβολή κινηματογραφικών εικόνων στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1896, η οποία γίνεται σε ένα μαγαζί τής στοάς Κολοκοτρώνη. Με εισιτήριο ακριβό, το πρόγραμμα περιλαμβάνει διάφορα αξιοπερίεργα, όπως άλογα που έτρεχαν στα Ηλύσια Πεδία και χορούς της διάσημης χορεύτριας του αμερικανικού βαριετέ Λόιε Φούλερ.
Με αφορμή την τεράστια επιτυχία του Έλληνα κινηματογραφιστή, Γιώργου Λάνθιμου που εισάγει ένα νέο κινηματογραφικό ρεύμα, το λεγόμενο Weird wave και καταφέρνει οι ταινίες του, "Κυνόδοντας", "Αλπεις", "Αστακός" να αποσπάσουν βραβεία και να τραβήξουν την προσοχή διεθνώς, το ΑΠΕ-ΜΠΕ κάνει μία αναδρομή στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.
Αρωγοί στη διαδρομή αυτή είναι το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, που παραχώρησε την έρευνα που πραγματοποίησαν οι Κωνσταντίνος Γασπαρινάτος, Ιωάννης Ιωαννίδης με συντονιστή τον Κωνσταντίνο Τσακίρη για την κατάσταση του συστήματος διανομής στην Ελλάδα μέχρι το 2000, ο Άγγελος Σακέτος από το ιστορικό αρχείο του οποίου αντλήθηκαν πληροφορίες σχετικά με την μεταπολεμική δραστηριότητα του ελληνικού κινηματογράφου και τέλος, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ) δίνοντας στοιχεία για τα εισιτήρια που κόπηκαν στις ελληνικές αίθουσες από το 2010 μέχρι σήμερα, αλλά και στοιχεία σχετικά με την συμμετοχή, την χρηματοδότηση ή την στήριξή του στην υλοποίηση ταινιών.
Τα πρώτα βήματα
Οι πρώτοι γνωστοί κινηματογραφιστές στα Βαλκάνια είναι οι αδελφοί Ιωάννης και Μιλτιάδης Μανάκια, οι οποίοι εργάζονταν ως φωτογράφοι στα Γιάννενα και αργότερα εγκαθίστανται στο Μοναστήρι. Η πρώτη σωζόμενη ταινία τους χρονολογείται από το 1905 και αντλεί το θέμα της από το χωριό καταγωγής των Μανάκια, την Αβδέλλα Γρεβενών, πρόκειται για τις «Υφάντρες».
Οι πρώτοι κινηματογραφιστές που δρουν σε ελληνικό έδαφος ήταν οι ανταποκριτές ξένων μεγάλων εταιρειών παραγωγής, όπως η Πατέ και η Γκομόν. Ένα από τα πρώτα γεγονότα που κινηματογραφούνται στην Αθήνα ήταν η μεσο-ολυμπιάδα του 1906.
Η βασιλική οικογένεια αποτελεί συχνά αντικείμενο του κινηματογραφικού φακού και ένας από αυτούς που είχαν αναλάβει να κινηματογραφούν τα βασιλικά πρόσωπα και τις γιορτές είναι ο Ούγγρος μηχανικός-αντιπρόσωπος της Πατέ, Ζοζέφ Χεπ, που έρχεται στην Αθήνα στα 1908.
Οι εταιρείες είχαν την πάγια πολιτική να στέλνουν μηχανικούς σε διάφορες χώρες του κόσμου, οι οποίοι εγκαθιστούσαν μηχανήματα προβολής, φρόντιζαν για την διανομή των ταινιών, αλλά παράλληλα κινηματογραφούσαν επιτόπου ορισμένα αξιοσημείωτα γεγονότα ή εξέχοντα πρόσωπα και τα προέβαλλαν στην ντόπια αγορά ή τα έστελναν στα κεντρικά, αν παρουσίαζαν ευρύτερο ενδιαφέρον.
Οι πρώτες ελληνικές παραγωγές και οι πρώτες εταιρείες παραγωγής
Η πρώτη επιχείρηση παραγωγής ταινιών γίνεται από τον Σπυρίδωνα Δημητρακόπουλο που συστήνει την «Αθήνη-φιλμ» και γυρίζει μερικές κωμωδίες σύντομης διάρκειας, παίζοντας ταυτόχρονα το ρόλο του παραγωγού, του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή. Το ποιμενικό ειδύλλιο, που θα αποτελέσει ιδιαιτερότητα του ελληνικού κινηματογράφου, εμφανίζεται το 1914 με τον Κωνσταντίνο Μπαχατώρη και το 1916 ιδρύεται η «Άστυ-φιλμ». Σημαντικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου, η μετατροπή του θερινού θεάτρου «Αττικόν» οριστικά σε κινηματογράφο το 1912.
Οι απόπειρες να στηθεί κινηματογραφική βιομηχανία στην Ελλάδα, προσκρούουν στην αποσταθεροποίηση που προκαλεί η Μικρασιατική καταστροφή ενώ το κινηματογραφικό υλικό εκείνης της εποχής που σώζεται, περιορίζεται σε σκηνές που τραβούν διάφοροι οπερατέρ και στη ταινία του Δήμου Βρατσάνου «Της μοίρας τ' αποπαίδι», στα 1925.
Αυτή την περίοδο, μόνο η δραστηριοποίηση της Dag film των αδελφών Γαζιάδη στον τομέα των ταινιών μυθοπλασίας έδωσε υπόσταση στον τομέα της παραγωγής. Το 1927, καλούνται να κινηματογραφήσουν τον «Προμηθέα Δεσμώτη», μία από τις εκδηλώσεις των Δελφικών Εορτών και στα 1928 παρουσιάζεται η πρώτη ταινία μυθοπλασίας, «Έρως και κύματα», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Γαζιάδη και σενάριο του λογοτέχνη Λάμπρου Αστέρη.
Το 1929 εμφανίζεται ο Αχιλλέας Μαδράς με τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» και το 1930 η εταιρεία «Ελλάς φιλμ» με τη «Στέλλα Βιολάντη». Δύο ταινίες -σταθμοί είναι το «Δάφνις και Χλόη» του Ορέστη Λάσκου στα 1930, που παράλληλα ιδρύει και την «'Αστρο-φιλμ» και στα 1932 η ταινία καταγγελίας του Στέλιου Τατασόπουλου «Κοινωνική σαπίλα». Η τεχνολογική εξέλιξη όμως του ομιλούντος κινηματογράφου σε διεθνές επίπεδο, κλείνει προσωρινά (έως το 1933) το κεφάλαιο «ελληνική παραγωγή».
Το 1939, ένας νεαρός κινηματογραφιστής επικαίρων, γυρίζει μια ταινία μυθοπλασίας. Ήταν ο Φιλοποίμην Φίνος στο «Τραγούδι του χωρισμού». Εταιρεία παραγωγής ήταν η σημαντικότερη εταιρεία διανομής στην Ελλάδα η «Σκούρας φιλμς Α.Ε.» και τα ελληνικά κινηματογραφικά στούντιο, δηλαδή ο ίδιος ο Φίνος. Στην κατοχή, το 1943, γυρίζονται δύο σημαντικές ταινίες που ανοίγουν τον δρόμο για τις μετακατοχικές παραγωγές. «Η φωνή της καρδιάς» από τον Φίνο και τα «Χειροκροτήματα» από τον Γιώργο Τζαβέλλα.
Τα χρόνια του πολέμου και της κατοχής 1940-1944 δεν αφήνουν περιθώρια εξέλιξης στον ελληνικό κινηματογράφο, έδωσαν όμως το υλικό και τα θέματά τους στους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες του μεταπολέμου. Αξιοσημείωτη είναι η ίδρυση της Φίνος Φιλμς (1942).
Μετά την απελευθέρωση, η κινηματογραφική παραγωγή ανεβαίνει. Ενώ το πρώτο- μέτριο σε εξοπλισμό - στούντιο του Σκουληκίδη κλείνει, ιδρύονται δύο αρκετά συγχρονισμένα στούντιο. Το Άλφα στα Μελίσσια και της Ανζερβός στη Φιλοθέη. Διαθέτουν την αναγκαία έκταση και σύγχρονο εξοπλισμό καθώς και ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό. Αργότερα ιδρύονται και μερικά μικρότερα στούντιο.
Οι εταιρίες παραγωγής γίνονται συνεχώς περισσότερες. Τη Φίνος Φιλμς, που εμφανίστηκε πρώτη, καθώς και της Ανζερβός, Νοβάκ ακολουθούν οι εταιρίες Παρθενών, Μεσόγειος, Π. Μήλας, Λαμπρινός, Τζαλ Φιλμς, Κ. Κονιτσιώτης, Γκρεγκ Τάλλας, Κώστας Καραγιάννης, Αφοί Καρατζόπουλοι, Ψαρράς-Ρουσόπουλοι- Λαζαρίδης, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης. Αργότερα ιδρύθηκαν και άλλες αξιόλογες εταιρίες κινηματογραφικών ταινιών: Σκούρας Φιλμ, Χρ. Σπέντζος, Σάββας Φιλμ, Ρεξ Φιλμ, Ακρόπολις Φιλμ, Κόσμος Φιλμ, Νίκος Παπαδόπουλος, Νίκος Αβραμέας, Σκαραβαίος Φιλμ, Κοράλ Φιλμ, 'Αστυ Φιλμ, Βασίλης Λαμπίρης, Νόβακ Φιλμ, Ντελέρνο Φιλμ, Τάσος Γιαννόπουλος, Γιώργος Σαρρής, Απόστολος Τεγόπουλος, Όσκαρ Φιλμ, Χρ. Μανιάτης, Ιωαννίδης Φιλμ, Στέλιος Τατασόπουλος, Λίλα Κουρκουλάτου, Νίκος Μαρκίδης, Τάκης Περγαντής, Κώστας Στράντζαλης, Ηλίας Περγαντής, Σύλιας και Υιός, Παρθενών Φιλμ, Κορώνα Φιλμ, Χαλιώτης Φιλμ, Αφοί Κυριακόπουλοι, Σ.Α.Κ.Ε., Γιώργος Χανιώτης, Νίκος Σπέντζος, Νίκος Βαρβέρης κ.ά.
Οι προσπάθειες των εταιριών υπήρξαν φιλότιμες, χωρίς εν τούτοις να κατορθώσουν να ξεπεράσουν τα όρια της εμπορικής σκοπιμότητας.
Η περίοδος 1950-1970
Η άνθησή του άρχισε μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, με 4-7 ταινίες το χρόνο μέχρι το 1950 και σταδιακά η παραγωγή αυξήθηκε μέχρι τις 60 ταινίες το 1960. Η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου ήταν από το 1960 μέχρι το 1973 φτάνοντας μέχρι τις 97 ταινίες το χρόνο (με μέσο όρο 80 ταινίες το χρόνο). Από το 1974 μέχρι το 2015 η παραγωγή κυμαίνεται σε πολύ μικρότερα επίπεδα από 10 ταινίες μέχρι 40 ταινίες το χρόνο.
Ενδεικτικά, μόνο τη δεκαετία του ΄50 γυρίζονται πάνω από τριακόσιες ταινίες ενώ εμφανίζονται εκατό νέες εταιρείες, από τις οποίες οι εξήντα είναι εταιρείες της μιας ταινίας. Μόνο τέσσερις εταιρείες γυρίζουν περισσότερες από δέκα ταινίες, η «Τζαλ», η «Νόβακ», η «Ανζερβός» και βέβαια η δυναμική «Φίνος Φιλμ».
Οι ταινίες που παρουσιάζουν επιτυχία προέρχονται από τους αξιόπιστους παραγωγούς που συνεργάζονται με διακεκριμένους ηθοποιούς και έμπειρους τεχνικούς. Μία από τις σημαντικότερες όμως προϋποθέσεις για την καλή πορεία μιας ταινίας είναι και η συνεργασία με τους μεγαλύτερους Έλληνες διανομείς, που διαμορφώνουν πλέον ένα συμπαγές σύστημα.
Ο μεγαλύτερος Έλληνας διανομέας είναι ο «Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης», που κατέχει συνήθως τις τρεις πρώτες θέσεις στην πρώτη πεντάδα του πίνακα εισπράξεων α΄ προβολής. Το σύστημα διανομής συμπληρώνεται επίσης από τις εταιρείες «Μήλας Φιλμ», «Ανζερβός», «Σπέντζος», «Ι. Καρατζόπουλος» και «Αφοί Ρουσσόπουλοι-Γ. Λαζαρίδης-Δ. Σαρρής-Κ. Ψαρράς».
Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος
Από την δεκαετία του ΄70 και μετά διαμορφώνεται ένα εντελώς νέο σκηνικό στο ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο. Η αυτοκρατορία της Φίνος καταρρέει, η παραγωγή των ταινιών και των εισιτηρίων μειώνεται δραματικά, το κοινό καθηλώνεται στην τηλεόραση και ο παλιός εμπορικός κινηματογράφος διοχετεύεται στην παραγωγή βιντεοκασετών.
Στο προσκήνιο έρχεται ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος ο κινηματογράφος του δημιουργού αντικαθιστά την εμπορική εκδοχή του σκηνοθέτη-τεχνίτη και οι ελληνικές ταινίες αποκτούν έναν «δοκιμιακό» χαρακτήρα. Νέοι, φιλόδοξοι και ελπιδοφόροι σκηνοθέτες παίρνουν στα χέρια τους τον πλήρη έλεγχο των ταινιών τους, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τα οικονομικά και διοικητικά βάρη, ενώ η εθελοντική εργασία συναδέλφων και φίλων είναι συχνά η μόνη λύση για την ολοκλήρωση μιας παραγωγής.
Από τους στυλοβάτες του, ο Αλέξης Δαμιανός με την «Ευδοκία» στα 1971, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος με τις «Μέρες του ΄36» το 1972, που τρία χρόνια αργότερα ανοίγει τα σύνορα της εγχώριας κινηματογραφίας στο εξωτερικό με τον «Θίασο», καταχωρημένη ως μία από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, ο Παντελής Βούλγαρης με το «Χάπυ νταίη» στα 1976, ενώ με τη Μεταπολίτευση επιστρέφουν στην Ελλάδα και με ντοκιμαντέρ στη παραγωγή ο Νίκος Κούνδουρος και ο Μιχάλης Κακογιάννης. Παράλληλα πολλοί νέοι, πρωτοεμφανιζόμενοι σκηνοθέτες αφήνουν το αποτύπωμά τους, με ποικίλες θεματικές και αισθητικές αναζητήσεις.
Από τα σύγχρονα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμού (Βεργίτσης, Καντακουζηνός), μέχρι την αφοσίωση στην παράδοση και την ιστορία (Παπαστάθης, Φέρρης, Λαμπρινός, Κούνδουρος, Ψαρράς, Σιοπαχάς, Βρεττάκος, Ξανθόπουλος, Βούλγαρης, κ.ά.) από τον ρεαλιστικό κινηματογράφο (Τάσιος, Πανουσόπουλος, Τσεμπερόπουλος, Περάκης, κ.ά.) στην υπαρξιακή κρίση (Καρυπίδης, Λυκουρέσης, Λιάππα, κ.ά.) από την απελπισμένη ευαισθησία του Τσιώλη μέχρι το ποιητικό σινεμά του Τορνέ, του Παναγιωτόπουλου, του Νικολαϊδη, κ.ά.
Το 1980 η ελληνική κινηματογραφία κατακτά και ένα μεγάλο διεθνές βραβείο, το πρώτο σε Έλληνα σκηνοθέτη, το Χρυσό Λιοντάρι Βενετίας απονέμεται στον Αγγελόπουλο για τον «Μεγαλέξανδρο», ενώ η ταινία του Ν. Τζήμα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» κόβει 618.000 εισιτήρια, που αποτελεί και την εξαίρεση στην αδιαφορία του κοινού για τις ελληνικές ταινίες.
Το 1986 εκδηλώνεται το κρατικό ενδιαφέρον για χρηματοδότηση ταινιών από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου με την θεσμοθέτηση των κρατικών βραβείων και την ψήφιση του νόμου «για την προστασία και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης». Όμως, διαφωνίες, εντάσεις, αντικρουόμενες τάσεις και αδιαφορία του κοινού είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της δεκαετίας του ΄80. Τα 600.000 εισιτήρια της σάτιρας του Νίκου Περάκη «Λούφα και παραλλαγή» το 1986, αποτελούν την εξαίρεση ενός απογοητευτικού κανόνα που την περίοδο 1985-86 περίπου το 80% του κοινού παρακολουθεί αμερικάνικες ταινίες και μόλις το 8% ελληνικές. Ο αριθμός των αιθουσών μειώνεται δραματικά και το μέλλον της ελληνικής παραγωγής και της ελληνικής ταινίας φαντάζει ζοφερό.
Στο τέλος του 20ου αιώνα
Το διάστημα μεταξύ 1990 και 1994 η βιομηχανία του κινηματογράφου σημειώνει πτώση, με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου να είναι σχεδόν ο αποκλειστικός χρηματοδότης. Η παραγωγή συνέχισε την καθοδική της πορεία με μόλις 14 ταινίες μεγάλου μήκους το 1991, όπως το «Μετέωρο βήμα του πελαργού», του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, οι «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου, του Παντελή Βούλγαρη.
Δυο χρόνια αργότερα, το 1993 η βραβευμένη ταινία «Απ΄το χιόνι» το Σωτήρη Γκορίτσας, θεωρείται πρόδρομος ενός νέου στυλ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στο μεταξύ, στην τετραετία 1990-1994 στο «μπουκέτο» των αξιόλογων ταινιών συγκαταλέγονται και οι «Μπάυρον: Μπαλάντα ενός δαιμονισμένου», Νίκος Κούνδουρος (1992), «Κρυστάλλινες νύχτες»Τώνια Μαρκετάκη (1992), «Τα δελφινάκια του Αμβρακικού» Ντίνος Δημόπουλος (1993), «Καβάφης» Γιάννης Σμαραγδής (1994), «Ο κήπος του Θεού», Τάκης Σπυριδάκης.
Το κοινό επιστρέφει στην αίθουσα και στην ελληνική ταινία, ενώ ένα νέο δυναμικό κοινό, κυρίως νεανικό, κάνει την εμφάνισή του. Η ανάκαμψη ξεκινά στα 1994, με το «Τέλος εποχής» του Αντώνη Κόκκινου, επιβεβαιώνεται με τον Σωτήρη Γκορίτσα στο «Βαλκανιζατέρ» το 1997 με 250.000 εισιτήρια, και την Όλγα Μαλέα με το «Ο οργασμός της αγελάδας» και το «Η διακριτική γοητεία των αρσενικών».
Το 1999 μάλιστα καταγράφεται ένα νέο ρεκόρ εισιτηρίων με μια ταινία που μεταφέρει την κυρίαρχη τηλεοπτική αισθητική από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη, το «Safe sex» των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, με 910.000 εισιτήρια. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος συνεχίζει τη μοναχική του πορεία και το 1998 με το «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» κατακτά το «Χρυσό Φοίνικα», τη μεγαλύτερη διάκριση που έχει πάρει ποτέ Έλληνας σκηνοθέτης.
Τα χαρακτηριστικά στα τέλη του αιώνα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Η εγχώρια παραγωγή κάνει τα πρώτα συστηματικά ανοίγματά της στην Ευρώπη και στη διεθνή συμπαραγωγή, ενώ εμφανίζεται ολοένα και ισχυρότερος ο θεσμός του ιδιώτη παραγωγού. Από τις αρχές του 1990, δημιουργούνται οι δημοτικοί κινηματογράφοι που ξεπερνούν τους 80 σε όλη τη χώρα και κινηματογραφικά δίκτυα, εγχώρια και διεθνή, κάνουν την εμφάνισή τους, με σκοπό την στήριξη της ελληνικής και της ευρωπαϊκής παραγωγής. Οι κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας ανακαινίζονται και εξοπλίζονται με τα πλέον εξελιγμένα συστήματα ήχου και εικόνας, ενώ συγχρόνως νέες αίθουσες κατασκευάζονται στο κέντρο και την περιφέρεια. Το ευρωπαϊκό και αμερικάνικο φαινόμενο των πολυκινηματογράφων (Cineplex) κάνει την εμφάνισή του και στην Ελλάδα. Ο δρόμος για την επιστροφή του κοινού στις αίθουσες ανοίγει πλέον διάπλατα.
Στα μέσα του 1990 στις αρχές του 21ου αιώνα, η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα» σηματοδοτεί το 1995, το «Βαλκανιζατέρ» του Σωτήρη Γκορίτσα (1997) είναι η πρώτη σύγχρονη ελληνική ταινία που έφτασε σε εξαψήφιο νούμερο εισιτηρίων (περίπου 180.000), ενώ το 1998 η βράβευση του Θοδωρή Αγγελόπουλου με τον Χρυσό Φοίνικα για την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» αποτελεί καθοριστικό σταθμό για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.
Την ίδια χρονιά, το «Από την άκρη της πόλης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη ανοίγει τον δρόμο σε ένα είδος αστικού δράματος, ενώ «Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» του Δήμου Αβδελιώτη (1999) βραβεύεται στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Ένα πιο εμπορικό είδος κωμωδίας είναι αυτό που συνδέεται με τον «Οργασμό της αγελάδας» της Όλγας Μαλέα (1997) και το «Safe Sex» των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου (1999) που σημειώνει τεράστια εισπρακτική επιτυχία, καθώς έφτασε το 1,5 εκατομμύριο εισιτήρια.
Το 2005, η «Λούφα και Παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο» του Νίκου Περάκη ξεπερνά το 1 εκατομμύριο εισιτήρια και το 2006 είναι χρονιά ορόσημο για την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Ψυχή στο στόμα» που κρίνεται ως η καλύτερη ελληνική ταινία στα κρατικά βραβεία. Σταδιακά, και οι δραματικές ταινίες έφερναν περισσότερο κόσμο στους κινηματογράφους. Το 2003, η «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη κόβει 1,6 εκατομμύριο εισιτήρια. Πλέον, αρκετές επιτυχημένες ταινίες, όπως οι «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη (2004) και το «Ελ Γκρέκο» του Γιάννη Σμαραγδή (2007), ήταν συμπαραγωγές με ξένες εταιρείες, αλλά και με τηλεοπτικά κανάλια. Το σινεμά της κρίσης (2009-σήμερα)
Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, το σινεμά σίγουρα γίνεται πιο ...εξωστρεφές με σημαντική παρουσία σε διεθνή φεστιβάλ. Το 2009 προβλήθηκε ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, η ταινία του οποίου είχε μεγάλη επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς μεταξύ άλλων βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Η επόμενη ταινία του, «'Αλπεις» (2011) είχε επίσης σημαντική φεστιβαλική πορεία. Μαζί με το εξίσου πολυβραβευμένο «Attenberg» (2010) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, δημιούργησαν το Greek Weird Wave.
Το 2013 το Miss Violence του Αλέξανδρου Αβρανά αποσπά τον Αργυρό Λέοντα (Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, ενώ και η «Μικρά Αγγλία» (2013) του Παντελή Βούλγαρη έχει σημαντική παρουσία στα ξένα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Την ίδια χρονιά, «Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της Ελίνας Ψύκου βραβεύεται στο Κάρλοβι Βάρι και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ συμμετέχει στο Forum του Φεστιβάλ Βερολίνου. Το 2014 «Το μικρό ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη συμπεριλαμβάνεται στο επίσημο διαγωνιστικό του πρόγραμμα του 64ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Βερολίνου, ενώ το «Xenia» (2014) του Πάνου Κούτρα κλέβει τις εντυπώσεις στο Φεστιβάλ Καννών, ενώ «Η Έκρηξη» του Σύλλα Τζουμέρκα (2014), πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Λοκάρνο στην Ελβετία, ενώ στη συνέχεια προβλήθηκε στο τμήμα «DARE», Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου.
Την επόμενη χρονιά (2015) το Chevalier (2015) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη κερδίζει το βραβείο καλύτερης ταινίας στο διαγωνιστικό τμήμα στο Φεστιβάλ Λονδίνου, ενώ επίσης το 2015 «Ο Αστακός» του Γιώργου Λάνθιμου κερδίζει το βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο 68ο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών. Το 2016 το Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου καταφέρνει να αποσπάσει το βραβείο καλύτερης ταινίας στο διεθνές τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Εδιμβούργου και την ίδια χρονιά το «Lines(Γραμμές)» του Βασίλη Μαζωμένου κάνει έναν επιτυχημένο γύρο σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου από την Εσθονία, την Άγκυρα, το Σικάγο, την Ρουμανία μέχρι και το Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Αρμενία.
Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Στην περίοδο 1960 - 1980
Κατά την εικοσαετία 1960 - 1980 πολλοί παράγοντες υπεισέρχονται και επηρεάζουν την πραγματικότητα. Η παροχή διευκολύνσεων για επενδύσεις με όρους ιδιαίτερα ευνοϊκούς κατοχυρώνουν την ελεύθερη ίδρυση και δραστηριοποίηση ξένων εταιριών και κυρίως αμερικάνικων.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ
1962-63 46 1970-71 67 1963-64 59 1971-72 73 1964-65 61 1972-73 78 1965-66 66 1973-74 83 1966-67 57 1974-75 69 1967-68 67 1975-76 60 1968-69 64 1976-77 55 1969-70 62 1977-78 49
Στη χώρα μας λειτούργησαν σε σταθερή και μόνιμη βάση όλη την εξεταζόμενη περίοδο μόνο 18 εταιρίες. Αλλά και απ΄ αυτές μόνο 6 έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο με τον αριθμό των ταινιών όσο και με την οικονομική κυριαρχία τους. Οι εταιρίες αυτές είναι: «Δαμασκηνός Μιχαηλίδης» με έλεγχο του 30% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 140 ταινίες καθ΄ έτος κατά μέσον όρο. «Σάββας Φιλμς» με έλεγχο του 5% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 35 ταινίες καθ' έτος κατά μέσον όρο. «Σπέντζος Χρ.» με έλεγχο του 3,5% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 25 ταινίες καθ' έτος κατά μέσον όρο. «Φίνος Φιλμ» με έλεγχο του 10% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 10 ταινίες καθ' έτος κατά μέσον όρο. «Καραγιάννης Καρατζόπουλος» με έλεγχο του 11% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 25 ταινίες καθ' έτος κατά μέσον όρο και «ΡΕΞ» με έλεγχο του 4,5% περίπου των εισιτηρίων Αθηνών-Πειραιώς-Περιχώρων-Θεσσαλονίκης 30 ταινίες καθ' έτος κατά μέσον όρο.
Τη δεκαετία του ΄80
Στα τέλη της δεκαετίας του '70 και ενώ η κρίση του κινηματογράφου είναι πλέον ορατή διαμορφώνονται νέα δεδομένα στο χώρο της διανομής. Οι πάνω από πενήντα εταιρίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο, κλείνουν η μία μετά την άλλη και δημιουργούνται τα πρώτα φαινόμενα ολιγοπωλιακής διάρθρωσης του χώρου. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται κυρίως με τη δημιουργία της ΕΛΚΕ (Ελληνική Κινηματογραφική Ένωση) που συνενώνει τις περισσότερες μεγάλες εταιρίες διανομής στην Ελλάδα έχοντας στόχο να ελεγχθεί και ο χώρος των αιθουσών. Έτσι για μικρό χρονικό διάστημα τρεις εταιρίες διανομής (ΕΛΚΕ, ΣΠΕΝΤΖΟΣ ΦΙΛΜ και το ελληνικό παράρτημα της UNIVERSAL) ελέγχουν το 95% της διανομής.
Η κορύφωση της κρίσης αλλά και οι διεθνείς εξελίξεις στη διανομή, αναδιατάσσουν το χώρο και παρουσιάζονται τα δεδομένα:
Το ελληνικό παράρτημα της UNIVERSAL (αντιπροσωπεύει και την CIC) λαμβάνει πλέον τη σημερινή μορφή του, το 1985 με την επωνυμία U.I.P Ε.Π.Ε., αντιπροσωπεύοντας τις αμερικάνικες εταιρίες: PARAMOUNT, UNIVERSAL, METRO GOLDWIN MAYER και UNITED ARTIST. Η εταιρία αυτή προήλθε από την συνένωση στην ευρωπαϊκή αγορά (μόνο στο χώρο της διανομής) των παραπάνω εταιριών.
Η ενιαία ΕΛΚΕ Α.Ε. διασπάται και δημιουργούνται: η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Α.Ε. -1984- (βασικός μέτοχος Παντελής Μητρόπουλος αλλά και οι Γιώργος Τζιότζιος, Γιώργος Καραδήμας), και η ΝΕΑ ΚΙΝΗΣΗ -1986- (βασικοί μέτοχοι Κ. Καραγιάννης - Γ. Καρατζόπουλος - Κ. Γούναρης - Ζ. Παναγιωτίδης) αλλά και η «νέα» ΕΛΚΕ Α.Ε. (βασικοί μέτοχοι Γ. Μιχαηλίδης - Γ. Κριεζίας).
Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Α.Ε. σε μικρό χρονικό διάστημα καθιερώνεται ως major εταιρία καθώς παίρνει την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα της COLUMBIA και της WALT DISNEY αλλά κινείται πολύ επιτυχημένα (τουλάχιστον μέχρι της αρχές της δεκαετίας του '90) και στο χώρο της ανεξάρτητης κινηματογραφικής αγοράς διανέμοντας αρκετές σινεφίλ ταινίες κυρίως του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Η εξάπλωση του φαινομένου του οικιακού video οδηγεί τις εταιρίες διανομής να ιδρύσουν τμήματα Video διανέμοντας στην ελληνική βιντεοαγορά όλες τις κινηματογραφικές ταινίες που εισάγουν. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η U.I.P.
Δημιουργείται το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ) που ιδρύει την HELLAS FILM Α.Ε., η οποία διανέμει την ελληνική παραγωγή ταινιών του ΕΚΚ που δεν βρίσκουν πρόσβαση στις υπάρχουσες εταιρίες διανομής. Το Υπουργείο Πολιτισμού και η Ομοσπονδία Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδος δημιουργούν το STUDIO ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΥΚΛΩΜΑ A.E. με σκοπό να διανείμει εναλλακτικές ταινίες (καλλιτεχνικές, κλασικά αριστουργήματα, μικρών εθνικών κινηματογραφιών, πειραματικές κλπ) κυρίως στις κινηματογραφικές λέσχες. Έτσι αγοράζονται οι ταινίες του «μικρού» γραφείου διανομής του Σωκράτη Καψάσκη αλλά και επιλεγμένες ταινίες από άλλες «μικρές» εταιρίες. Τη δεκαετία του ΄90
Την τελευταία δεκαετία και με την αργή αλλά σταθερή αύξηση των εισιτηρίων (κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας) ο χώρος της διανομής αναδιατάσσεται. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά είναι τα εξής:
Ιδρύεται η εταιρία ROSEBUD Α.Ε. (1993) με μετόχους την ΕΛΚΕ Α.Ε.. τον Γ. Σκούρα, τον Γ. Τζιώτζο και τον Ζ. Παναγιωτίδη. Η εταιρία διανέμει ταινίες από την ανεξάρτητη αγορά και ιδιαίτερα από την ευρωπαϊκή παραγωγή. Αν και ο βασικός μέτοχος της είναι η ODEON (πρώην ΕΛΚΕ Α.Ε.), ακολουθεί ανεξάρτητη πολιτική. Ιδρύεται η εταιρία ΑΜΑ FILM -1996- ιδιοκτησίας των αδελφών Στεργιάκη (με παράδοση στο χώρο της κινηματογραφικής αίθουσας). Η εταιρία δραστηριοποιείται στο χώρο της ανεξάρτητης κινηματογραφικής αγοράς. Ιδρύεται η εταιρία OVO -1997- ιδιοκτησίας του Β. Γεώργα (πρώην εκδότης κινηματογραφικού περιοδικού). Η εταιρία δραστηριοποιείται για 18 μήνες στο χώρο της ανεξάρτητης κινηματογραφικής αγοράς και πτωχεύει. Ο ίδιος ιδιοκτήτης ιδρύει την ART HOUSE, η οποία μετά από ένα χρόνο έχει την ίδια τύχη. Ιδρύεται η εταιρία WARNER - ROADSHOW -1997-. Η ίδρυση είναι αποτέλεσμα της απόφασης της μητρικής εταιρίας WARNER να αποσύρει την αντιπροσώπευση των ταινιών της από την ODEON (πρώην ΕΛΚΕ Α.Ε.). Η εταιρία διανέμει βασικά τη διεθνή παραγωγή της μητρικής εταιρίας αλλά και λίγες ταινίες από την ανεξάρτητη κινηματογραφική αγορά.
Από το τέλος της δεκαετίας του ΄80 αλλά κυρίως τη δεκαετία του ΄90, οι εταιρίες διανομής κατασκευάζουν, αγοράζουν ή ενοικιάζουν κινηματογραφικές αίθουσες στο κέντρο ή στην περιφέρεια, τις οποίες και εκμεταλλεύονται. Οι μόνες εξαιρέσεις στον κανόνα είναι οι θυγατρικές αμερικάνικων major εταιριών (U.I.P και WARNER ROADSHOW)
Από τα μέσα της δεκαετίας και με δειλά βήματα εμφανίζεται το φαινόμενο της διανομής ταινιών Α' προβολής και στους θερινούς κινηματογράφους (από την ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Α.Ε.). Έτσι η Ελλάδα παύει να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση διεθνώς διανομής Α' προβολής 9 μήνες το χρόνο. Το φαινόμενο αυτό χρόνο με το χρόνο επεκτείνεται και στις άλλες εταιρίες διανομής.
Οι δήμοι προσπαθώντας κατ' αρχήν να διασώσουν τις θερινές αίθουσες στην πόλη τους, ιδρύουν δημοτικούς κινηματογράφους. Το φαινόμενο αυτό παίρνει γρήγορα διαστάσεις και στα τέλη στης δεκαετίας του ΄90 οι δημοτικές αίθουσες υπερβαίνουν τις 90 (στην πλειοψηφία τους θερινές). Η ανάπτυξη και ο ισχυρός ανταγωνισμός οδηγούν στον εκσυγχρονισμό και το καθετοποιημένο μοντέλο ανάπτυξης των εταιριών. Η παραδοσιακή ΕΛΚΕ μετεξελίσσεται σε όμιλο εταιριών ODEON, η οποία περιλαμβάνει διαφορετικές εταιρίες με ξεχωριστές δραστηριότητες (Διανομή, Διαφήμιση - προώθηση - χορηγίες, Εκμετάλλευση δικτύου αιθουσών - merchandise, video).
Η διακοπή της λειτουργίας της ιστορικής εταιρίας ΝΕΑ ΚΙΝΗΣΗ -1999- και η εμφάνιση μια νέας εταιρίας στο χώρο, της NEW STAR, τα κεφάλαια της οποίας προέρχονται από εταιρία Video. Εισιτήρια που έκοψαν οι ελληνικές ταινίες Από το 2010 μέχρι το 2014 σημειώνεται μια πτώση του αριθμού των εισιτήριων για τις ελληνικές παραγωγές. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (σε σύνολο του 90%)τα εισιτήρια που κόβονται στις αίθουσες το 2010 είναι 11.720.000 για ξένες και ελληνικές ταινίες, με 1.400.000 εισιτήρια να καταγράφονται για τις ελληνικές μόνο παραγωγές.
Αντίστοιχα, το 2011 από τα 10.850.00 εισιτήρια που κόπηκαν για ξένες και ελληνικές ταινίες μόνο το 1.160.000 αφορούν στις ελληνικές, το 2012 από το σύνολο των 10.100.000 μόνο 1.145.000 εισιτήρια κόβονται για ελληνικές ταινίες, το 2013 από τα 9.120.000, μόνο τα 758.000 εισιτήρια είναι για ελληνικές παραγωγές και το 2014 από το σύνολο των 8.973.000 μόνο τα 310.000 εισιτήρια αφορούν ελληνικές παραγωγές.
Από το 2015 μέχρι το 2017 σημειώνεται μια αύξηση εισιτήριων που κόβονται για τις εγχώριες παραγωγές και το 2018 ο αριθμός ξαναπέφτει. Συγκεκριμένα, το 2015 από τα 9.806.000 εισιτήρια για όλες τις ταινίες τα 830.000 είναι για ελληνικές, το 2016 από τα 10.025.000 εισιτήρια που αφορούν ξένες παραγωγές τα 902.400 κόβονται για ελληνικές ταινίες, ενώ το 2017 η προτίμηση προς τις ελληνικές ταινίες ανεβαίνει με αριθμό εισιτηρίων που φτάνει το 1.010.000, ενώ το σύνολο φτάνει στα 10.100.000 εισιτήρια.
Το 2018 κλείνει με μείωση των εισιτηρίων στις ελληνικές παραγωγές. Μόλις 662.250 ενώ το σύνολο αγγίζει τα 9.350.000. Να σημειωθεί βέβαια ότι υπάρχουν και ελληνικές ταινίες μεμονωμένα που σε μια συγκεκριμένη χρονιά συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του κοινού κι άρα την 'εκτόξευση' των εισιτηρίων με αποτέλεσμα να ανεβάζουν το γενικό σύνολο των εισιτηρίων που πουλήθηκαν.
Το ιστορικό το Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου
Αρχικά αντιμετωπίστηκε από το κράτος ως «βιομηχανικό προϊόν». Οι αρμοδιότητες για την προστασία και την ενίσχυσή του ανήκαν στο υπουργείο Βιομηχανίας, το οποίο είχε καθιερώσει ήδη από το 1961 με ειδικό νόμο ορισμένα κίνητρα για την ανάπτυξη της υποδομής του. Εκείνη την περίοδο, ο κινηματογράφος αποτελούσε το βασικό μέσο ψυχαγωγίας του ευρύτερου κοινού. Η ετήσια παραγωγή ήταν υψηλή και οι ταινίες, κατά πλειοψηφία, κάλυπταν το κόστος παραγωγής τους από τα εισιτήρια των θεατών.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όμως, άρχισαν να εμφανίζονται στον χώρο του ελληνικού κινηματογράφου τα συμπτώματα μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης εξ αιτίας κυρίως της έλευσης της τηλεόρασης στην Ελλάδα. Η κρίση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική μείωση των εισιτηρίων, το κλείσιμο πολλών κινηματογραφικών αιθουσών, το πάγωμα των επενδύσεων, την αδυναμία απόσβεσης του κόστους παραγωγής των ταινιών και, σταδιακά, την αποδιάρθρωση της οικονομικής υποδομής του ελληνικού κινηματογράφου. Είχε γίνει πλέον φανερό ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς την κρατική παρέμβαση και την καθιέρωση ουσιαστικών μέτρων από την πλευρά της Πολιτείας.
Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ως νομικό πρόσωπο, προϋπήρχε της κρίσης, αλλά με άλλη επωνυμία. Είχε ιδρυθεί το 1970 με την επωνυμία «Γενική Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων», ως θυγατρική εταιρεία παραγωγής ταινιών μιας κρατικής τράπεζας, της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ), στο πλαίσιο της τότε κρατούσας αντίληψης για τη βιομηχανική «διάσταση» του κινηματογράφου, η οποία κατά την περίοδο της δικτατορίας παρουσίασε περιορισμένο κύκλο δραστηριοτήτων.
Μετά τη μεταπολίτευση, την Προεδρία του φορέα ανέλαβε ο καταξιωμένος συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Τζαβέλλας, ο οποίος, πραγματοποιώντας ανοίγματα και σε νεώτερους δημιουργούς, προχώρησε στην παραγωγή μίας σειράς φιλόδοξων ταινιών με αποκλειστική χρηματοδότηση του Οργανισμού που -επί των ημερών του- μετονομάστηκε σε Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (στο εξής ΕΚΚ).
Το 1980, ύστερα από πίεση των ανθρώπων του κινηματογράφου προς την τότε κυβέρνηση, οι αρμοδιότητες για τον κινηματογράφο μεταβιβάζονται από το υπουργείο Βιομηχανίας στο υπουργείο Πολιτισμού. Η αλλαγή αυτή καταδεικνύει μια νέα αντίληψη της Πολιτείας, η οποία υιοθετεί στο εξής ως πιο σημαντική την πολιτιστική διάσταση του κινηματογραφικού έργου έναντι της οικονομικής σημασίας του κινηματογραφικού προϊόντος. Επί υπουργίας Ανδρέα Ανδριανόπουλου, το κράτος πραγματοποιεί τις πρώτες χρηματοδοτήσεις προς το ΕΚΚ, ενώ την Προεδρία του Κέντρου αναλαμβάνει ο δημοσιογράφος Βάσος Βασιλείου, πρώην υφυπουργός Πολιτισμού στην πρώτη μεταδικτατορική κυβέρνηση, ο οποίος αρχίζει να προσανατολίζει τον Οργανισμό σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις για την αποστολή του.
Το 1981, ύστερα από την κυβερνητική αλλαγή, αναλαμβάνει το υπουργείο Πολιτισμού ένας άνθρωπος του κινηματογράφου, η Μελίνα Μερκούρη, η οποία θέτει ως προτεραιότητα της πολιτικής της τη στήριξη του ελληνικού κινηματογράφου. Το ίδιο έτος, ορίζει Πρόεδρο του ΕΚΚ τον διακεκριμένο συγγραφέα και κριτικό Παύλο Ζάννα, ενώ το 1982 καταρτίζει και υποστηρίζει με πάθος το νομοσχέδιο «για την προστασία και την ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης της ελληνικής κινηματογραφίας», το οποίο, τελικά, γίνεται νόμος του κράτους το 1986. Με τον νόμο αυτόν (Ν.1597/86) ο οποίος ρυθμίζει τη δομή, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του, το ΕΚΚ διατηρεί τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας αλλά περιέρχεται εξ ολοκλήρου στο κράτος και γίνεται ο κυριότερος μοχλός άσκησης της κινηματογραφικής πολιτικής.
Η κρίση του ελληνικού κινηματογράφου που έχει εκδηλωθεί από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (για να κορυφωθεί περί το 1985), αλλά και η υπολειτουργία ορισμένων αναπτυξιακών «εργαλείων» που προέβλεπε ο Νόμος 1597/86 λόγω της έλλειψης επαρκών πόρων, κατέστησαν το ΕΚΚ -για αρκετά χρόνια- μοναδικό χρηματοδότη της εγχώριας παραγωγής, με περιορισμένο τον ρυθμιστικό του ρόλο. Παρ' όλα αυτά, το ΕΚΚ κατάφερε να ανταπεξέλθει στις δύσκολες αυτές συνθήκες και να συμβάλει καθοριστικά στην επιβίωση του ελληνικού κινηματογράφου, στηρίζοντας τη διανομή της ελληνικής ταινίας στις αίθουσες, συγχρηματοδοτώντας τα ελληνικά κινηματογραφικά φεστιβάλ και δίνοντας το παρόν στις κινηματογραφικές αγορές. Υπό τις συνθήκες αυτές, διατήρησε επί πλέον ως στόχο τη διεθνή αναγνώριση της ελληνικής ταινίας.
Το ΕΚΚ προσανατολίζεται στο νέο «τοπίο» που τείνει να δημιουργηθεί και το οποίο, μολονότι δεν εγγυάται τη ριζική θεραπεία των αιτίων της κρίσης, δημιουργεί δράση και αισιοδοξία. Με την καθιέρωση του Προγράμματος «Νέα Ματιά» που απευθυνόταν αποκλειστικά στους νέους κινηματογραφικούς δημιουργούς και με την εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή του νέου Κανονισμού Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων του, τον Ιούλιο του 1996, διευρύνει τους στόχους της πολιτικής του. Επίσης, καθιερώνει νέο σύστημα χρηματοδοτήσεων και θέτει τη συνολική διαδικασία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών σε νέες βάσεις με τη διατύπωση ενός ευρύτερου πλαισίου αρχών και κανόνων μέσα στο οποίο κινείται η παραγωγή ελληνικών ταινιών έως και σήμερα.
Μετά την ψήφιση, επί υπουργίας Ευάγγελου Βενιζέλου, του Ν. 2557/97 που προέβλεπε τη δημοσίευση Προεδρικού Διατάγματος για την τροποποίηση του Καταστατικού του ΕΚΚ, η θεσμική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου υπήρξε γεγονός αναμενόμενο. Η πρόθεση του υπουργείου Πολιτισμού γι' αυτή τη νομοθετική παρέμβαση ήταν γνωστή ήδη από το καλοκαίρι του 1997 με καταληκτική πράξη το Προεδρικό Διάταγμα 113/98 «Καταστατικό του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου» -ένα νομοθετικό κείμενο που υπήρξε αποτέλεσμα του γενικού αιτήματος για θεσμικές αλλαγές στον χώρο του κινηματογράφου.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, έγινε συστηματική προσπάθεια εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων που έδινε αυτό το Διάταγμα, μέσα σε ένα κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας που προκαλούσαν η συνεχιζόμενη επιστροφή των θεατών στις αίθουσες, η ελπιδοφόρα εμφάνιση νέων δημιουργών στο προσκήνιο, η ενεργοποίηση αρκετών νέων αλλά και παλαιότερων επαγγελματιών παραγωγών, η σταθερή χρηματοδότηση ελληνικών ταινιών από τη δημόσια τηλεόραση και η περιστασιακή από κάποιους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και, τέλος, η καθιέρωση κοινής «γραμμής» από τις εταιρείες διανομής.
Κατά την περίοδο που ακολουθεί, το ΕΚΚ εγκαινιάζει μια πολιτική που αναζητεί νέα ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργική και την αναπτυξιακή διάσταση του ελληνικού σινεμά. Προτείνει κίνητρα για τη διεύρυνση της ιδιωτικής συμμετοχής στην παραγωγή, εγκαινιάζει μια σταθερή συνεργασία με τη δημόσια τηλεόραση με αντικείμενο τη συγχρηματοδότηση της παραγωγής ταινιών μυθοπλασίας νέων δημιουργών και ντοκιμαντέρ, θεσπίζει νέο Κανονισμό χρηματοδοτήσεων που περιλαμβάνει οκτώ (8) Προγράμματα, ενώ πρωτοστατεί στη δημιουργία δικτύου συνεργασίας των Κέντρων Κινηματογράφου των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Υπό την Προεδρία, διαδοχικά, του Παύλου Ζάννα (έως το 1986), των σκηνοθετών Μάνου Ζαχαρία (1986-1989), Ερρίκου Ανδρέου (1989-1991), Κώστα Βρεττάκου (1991-1998), Μάνου Ευστρατιάδη (1998-2001), Διαγόρα Χρονόπουλου (2001-2005), Θανάση Βαλτινού (2005-2006), Γιώργου Παπαλιού (2006 - 2013), Τώνη Λυκουρέση (2013 - 2014), του συγγραφέα - σεναριογράφου Πέτρου Μάρκαρη (2014 - 2015), του διευθυντή φωτογραφίας Αλέξη Γρίβα (2015 -2016), του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Ιωάννη Λεοντάρη (2016 - 2017) και του Δημήτρη Παπαϊωάννου (2017 έως σήμερα), το ΕΚΚ συνεχίζει τις προσπάθειες για την ανάπτυξη της παραγωγής και την προώθηση της ελληνικής ταινίας, επιδιώκοντας τη συμπόρευση των ελληνικών κινηματογραφικών «πραγμάτων» με τα αντίστοιχα διεθνή ισχύοντα.
Σήμερα, το ΕΚΚ λειτουργεί βάσει του Ν. 3905/2010 (ΦΕΚ 219/Α/23-12-2010), ο οποίος αφορά σε «Ενίσχυση και ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης και άλλες διατάξεις», με νέα νομική μορφή, ως κοινωφελές μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού (αντί της πρότερης μορφής του ως ανωνύμου εταιρείας, που λειτουργούσε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16-26 του Ν. 1597/1986 - ΦΕΚ 68 Α΄ και το Π.Δ. 113/1998 - ΦΕΚ 113 Α΄).
Ο νέος νόμος N. 3905/2010 καθορίζει τις αρχές της εθνικής πολιτικής στον τομέα του κινηματογράφου και θέτει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο εν όψει των εξελίξεων που έχουν συντελεστεί στον οπτικοακουστικό τομέα τα τελευταία 15 χρόνια. Κύριο στόχο του αποτελεί η ουσιαστική ανάπτυξη του Κινηματογράφου στην Ελλάδα, με αύξηση των οικονομικών ποσών που διατίθενται για την παραγωγή κινηματογραφικών έργων, αξιοποίηση πόρων, ανακατανομή κονδυλίων, διαφάνεια και λογοδοσία των Οργανισμών, καθώς και αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας, συμμετοχή παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και τηλεπικοινωνιών, αλλά και προσέλκυση ξένων παραγωγών.
Βασική καινοτομία του νέου Νόμου είναι και ο διορισμός Γενικού Διευθυντή στο ΕΚΚ, ο οποίος μαζί με το επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, αποτελούν τα όργανα Διοίκησης του ΕΚΚ. Βάσει του νόμου αυτού, πρώτος Γενικός Διευθυντής στο ΕΚΚ διορίζεται ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Καραντινάκης (2011 - 2015, 2015 - 2016) και εν συνεχεία η Μοντέζ - Θεωρητικός Κινηματογράφου, Ηλέκτρα Βενάκη (2016 - 2017).
Επί πλέον, από τον Φεβρουάριο του 2013 τέθηκε σε ισχύ ο σημερινός Κανονισμός Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων του ΕΚΚ, εξέλιξη του προηγούμενου. Ο νέος Κανονισμός περιλαμβάνει δέκα (10) Χρηματοδοτικά Προγράμματα τα οποία συντάχθηκαν με βάση τα διεθνή πρότυπα και έχουν ως στόχο την κάλυψη των πολύπλευρων σύγχρονων αναγκών της κινηματογραφικής παραγωγής. Σημειώνεται ότι ο νέος Κανονισμός του ΕΚΚ, όποτε οι διαμορφούμενες συνθήκες το επιβάλλουν, επιδέχεται των απαραίτητων τροποποιήσεων και αλλαγών προκειμένου να πληροί αποτελεσματικότερα τους θεσμικούς σκοπούς του.
Όσον αφορά στην παραγωγή ταινιών, το ΕΚΚ συμμετέχει κατά μέσο όρο ετησίως στη χρηματοδότηση μέρους του κόστους παραγωγής 15 ταινιών μεγάλου μήκους, 15 ταινιών μικρού μήκους, 6 ντοκιμαντέρ, και με μικρά ποσά στη χρηματοδότηση 15 - 20 ολοκληρωμένων έργων της ανεξάρτητης παραγωγής αυτών των τριών κατηγοριών ταινιών.
Έχοντας κατορθώσει να διατηρεί σε χαμηλό επίπεδο τα λειτουργικά του έξοδα, διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού του στην ενίσχυση της παραγωγής ταινιών (περίπου το 60% του συνόλου), δίνοντας έμφαση στη στήριξη των νέων δημιουργών. Στις εγκρίσεις του, όμως, εξακολουθούν να κατέχουν εξέχουσα θέση και οι ταινίες καταξιωμένων σκηνοθετών που έχουν ήδη στο ενεργητικό τους αξιόλογο κινηματογραφικό έργο.
O κατάλογος των παραγωγών που υλοποιήθηκαν με τη συμμετοχή, τη χρηματοδότηση ή τη στήριξη του ΕΚΚ, από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, περιλαμβάνει συνολικά περισσότερες από 700 ταινίες, από τις οποίες περίπου οι 400 έχουν κερδίσει βραβεία σε ελληνικά και διεθνή Φεστιβάλ. (Πηγή: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου)
Πηγη: https://www.sofokleousin.gr/
Σάββατο 27 Απριλίου 2024
Οι Επικρατέστερες Θεωρίες για την Προέλευση της Λέξης «Σκυλάδικο»
Οι πιθανές απαντήσεις προέρχονται από τη δεκαετία του ‘30 και ίσως να είναι αλληλένδετες μεταξύ τους.
«Το σκυλάδικο το σέβομαι και το αγαπάω, γιατί είναι ένας διαφορετικός τρόπος διασκέδασης και πρέπει να είναι αρχαιοελληνικός. Δηλαδή, αντί για το σπάσιμο των πιάτων, είμαι σίγουρος ότι παλιά έσπαγαν αμφορείς».
Η παραπάνω δήλωση ανήκει στον αείμνηστο Τζίμη Πανούση, ο οποίος σε συνέντευξή του στο VICE είχε εκδηλώσει τον θαυμασμό του για το συγκεκριμένο παρακλάδι της νυχτερινής διασκέδασης.
Ο Τζίμης Πανούσης Ήταν Όλα Αυτά που θα Θέλαμε να Είμαστε
Όταν αναφέρεται η λέξη «σκυλάδικο», σχεδόν όλοι φέρνουμε στο μυαλό μας το ίδιο πράγμα. Ένα μαγαζί στο οποίο εμφανίζονται λαϊκοί τραγουδιστές, όπου γίνεται μεγάλη κατανάλωση ουίσκι, με κιλά από γαρύφαλα να προσγειώνονται στη σκηνή.
Το οπτικοακουστικό κομμάτι θεωρείται από τους «ψαγμένους» ως ευτελές, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες ως τέτοια ορίζονται ακόμη και τα μεγάλα κέντρα διασκέδασης όπου εμφανίζονται τα πιο γνωστά ονόματα της «πίστας».
Από πού προέρχεται όμως αυτή η λέξη, η οποία χρησιμοποιείται σε κάθε γωνιά της χώρας και με ποια αφορμή δημιουργήθηκε;
Οι πιθανές απαντήσεις είναι αμέτρητες. Οι επικρατέστερες, όμως, είναι τρεις. Προέρχονται από τη δεκαετία του ‘30 και ίσως να είναι αλληλένδετες μεταξύ τους.
Τα σκυλιά της γειτονιάς
Κάποια μαγαζιά της εποχής είχαν αποφασίσει να σερβίρουν αυστηρά αλκοόλ, όμως όταν ήρθε η διατίμησή του αναγκάστηκαν να προσθέσουν στον κατάλογο και φαγητό. Βέβαια, τα πιάτα ήταν πραγματικά κακής ποιότητας με αποτέλεσμα οι πελάτες να τα δίνουν τελικά στα σκυλιά που περιτριγύριζαν τις αυλές των εν λόγω κέντρων διασκέδασης.
Όπως συμβαίνει λοιπόν στα σημεία όπου υπάρχει κόσμος που ταΐζει τα ζωάκια, αυτά επέστρεφαν με παρέα με αποτέλεσμα να υπάρχει κάθε βράδυ ένας μεγάλος αριθμός σκύλων που περίμενε καρτερικά για φαγητό.
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα περισσότερα από αυτά τα μαγαζιά ήταν καλοκαιρινά -τύπου αυλές- και βρίσκονταν κοντά σε ήδη γνωστά μπουζουξίδικα της εποχής. Η δυναμική παρουσία των συμπαθέστατων τετράποδων αποτέλεσε έμπνευση για τη «βάπτιση» των εν λόγω κέντρων διασκέδασης.
Το βραστό κρέας
Μια παρόμοια εξήγηση είναι και η παρακάτω: Σε κάποια σκοτεινά στενά, στην άκρη του Πειραιά και της Αθήνας, άρχισε να εμφανίζεται ένα νέο είδος μαγαζιού. Συνήθως αποτελούνταν από δύο δωμάτια. Στο πρώτο σέρβιρε βραστό κρέας και κακής ποιότητας φαγητό, υπό τη συνοδεία ζωντανής ορχήστρας και στο δεύτερο βρισκόταν μια εργάτρια του σεξ. Οι πελάτες πλήρωναν «φιξ» για φαγητό και σεξ. Η ονομασία «σκυλάδικο» προέκυψε από ένα πολύ απλό γεγονός, που δεν είχε να κάνει με τα ίδια τα μαγαζιά.
Οι περιοχές στις οποίες βρίσκονταν ήταν έρημες, σχεδόν σαν εξοχή - μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για τα ‘30s. Στα πέριξ, λοιπόν, κυκλοφορούσαν πολλά άγρια και αδέσποτα σκυλιά, από τα οποία έπρεπε να περάσεις αν ήθελες να βρεθείς στα εν λόγω μπαρ. Σύμφωνα με τη αυτήν τη θεωρία, κάπως έτσι ξεκίνησε η χρήση της λέξης «σκυλάδικα» στην αργκό της εποχής.
Η πειραιώτικη εξήγηση
Ένας αστικός θρύλος που κυκλοφορούσε για χρόνια στον Πειραιά, θέλει το «σκυλάδικο» να ξεκινάει την πορεία του από την περιοχή του Αγίου Διονυσίου. Εκεί υπήρχε ένα τεράστιο, άσχημο, οικοδομικό συγκρότημα που λειτουργούσε ως οίκος ανοχής υπό την ονομασία «Χαμαιτυπείο». Εκεί, οι εργάτριες του σεξ νοίκιαζαν από ένα μικρό δωμάτιο όπου υποδέχονταν τους πελάτες τους. Αξίζει να αναφέρω ότι μετέπειτα το κτίριο μετατράπηκε στη Φυλακή των Βούρλων.
Ωστόσο, οι λιγότερο τυχερές εργάτριες που δεν είχαν την οικονομική άνεση να νοικιάσουν ένα δωμάτιο, αναγκάζονταν να συνευρεθούν με τους πελάτες τους στον δρόμο. Αυτές έγιναν ευρύτερα γνωστές ως «σκυλούδες», αφού έκαναν σεξ σε σκοτεινά στενά του Πειραιά, όπου κυκλοφορούσαν αγέλες σκύλων.
Όλα αυτά προπολεμικά. Έπειτα από τον πόλεμο, η Τρούμπα έζησε μεγάλες στιγμές. Μεγάλα κέντρα διασκέδασης, όπου τραγουδούσαν όλα τα πρώτα ονόματα, άρχισαν να ανοίγουν εκεί. Ο αμερικάνικος στόλος που έφερνε το δολάριο στην τοπική αγορά έπαιξε μεγάλο ρόλο σε αυτήν τη μετακίνηση. Μαζί με όλα τα γνωστά κέντρα, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και τα «δευτερότριτα», με τις «σκυλούδες» να μεταφέρονται στα γύρω στενά. Έτσι, σιγά-σιγά ο όρος «σκυλάδικα» άρχισε να κάνει την παρουσία του αισθητή στην περιοχή και να μένει για πάντα.
Bonus: Λοιπές θεωρίες
Δεν είναι λίγος ο κόσμος που συνδέει την ονομασία με τον ήχο των λαϊκών που ακούγονταν στα συγκεκριμένα μέρη. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η χρήση συγκεκριμένων εφέ στα όργανα και στη φωνή ευθύνεται για όλο αυτό. Το γεγονός ότι κάποιοι κιθαρίστες χρησιμοποιούν το πετάλι “wah” που, όπως λένε, παραπέμπει σε γάβγισμα σκύλου, έκανε πολλούς να τα αποκαλούν έτσι. Επίσης, η χρήση του “echo” στη φωνή, κάνει τον τραγουδιστή να ακούγεται σαν σκυλί που παραπονιέται.
Άλλοι κατηγορούν τα «γυρίσματα» που κάνουν οι καλλιτέχνες του είδους και οι πιο τολμηροί την κακοφωνία τους. Ειδικά όσων τραγουδούν σε πιο παρακμιακά μαγαζιά. Οι τελευταίες θεωρίες αναφέρονται «τιμητικά», αφού είναι αρκετά μεταγενέστερες της ίδιας της λέξης και δεν προσφέρουν αρκετές λεπτομέρειες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Σαν σήμερα 1 Ιουνίου - Χρηστάκης
Το τραγικό τέλος του αξέχαστου λαϊκού τραγουδιστή Χρηστάκη Τον αποκάλεσαν Τζόνι Χάλιντεϊ. Άφησε το δικό του στίγμα στο ελληνικό τραγο...
-
ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης» κυκλοφορεί το 1965 και αποτελεί μία από τις πιο εμπορικές εκείνης της σεζόν, αλλά το όνομα του ανθρώπου που έ...
-
Το τραγικό τέλος του αξέχαστου λαϊκού τραγουδιστή Χρηστάκη Τον αποκάλεσαν Τζόνι Χάλιντεϊ. Άφησε το δικό του στίγμα στο ελληνικό τραγο...
-
σύμφωνα με τον ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΔΟΥΛΗ, ο οποίος λέει: “Στον κόσμο του ρεμπέτικου, πολλοί από τους εκπροσώπους του (συνθέτες, λόγηδες, οργανοπαίκ...
-
Στα δύσκολα χρόνια που πέρασε στην αρχή της καλλιτεχνικής της πορείας, και τις αθέατες πλευρές της νύχτας, αναφέρθηκε η γνωστή ρεμπέτισσα ...
-
Μεγάλη Παρασκευή: Την Παρασκευή, στέλνεται ο Ιησούς δέσμιος από τον Καϊάφα στον τότε ηγεμόνα της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο. Αυτός, αφού Τον ...
-
Βοηθαμε οπως μπορουμε...ολο τον κοσμο...Κουκος εισαι.
-
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ τι είναι η τσικνοπέμπτη και τι συμβολίζει; Η Tσικνοπέμπτη είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου, περί...
-
οι πληροφοριες ειναι απο το wikipedia.org Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Αφίσα του 1914 για την απαίτηση του δικαιώμα...














