Παρασκευή 31 Μαΐου 2024
Το ξηλωμένο πουλόβερ του Σακελλάριου, τα χαστούκι στον Γαλανό και το τέλος της Βλαχοπούλου από την Finos Film
Η σπουδαία πορεία του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού το 1970, η οποία ολοκληρώθηκε όταν η ελληνική ομάδα έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στο Γουέμπλεϊ, όπου έχασε από τον Άγιαξ, προκάλεσε εκείνη την εποχή το έντονο ενδιαφέρον των Ελλήνων για το ποδόσφαιρο. Ήταν τα δύσκολα χρόνια της χούντας, όταν οι Έλληνες αναζητούσαν απεγνωσμένα κάτι θετικό που να τους δώσει ενδιαφέρον, να τους ψυχαγωγήσει, αλλά ταυτόχρονα να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν την δύσκολη καθημερινότητα. Η επιτυχία του Παναθηναϊκού ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να συμβεί αυτό, ακόμα και για τους φιλάθλους των άλλων ελληνικών ομάδων. Στα χρόνια που ακολούθησαν το 1970, το ποδόσφαιρο βίωσε ίσως την πλέον χρυσή εποχή του, τουλάχιστον όσον αφορά στο ενδιαφέρον των φιλάθλων, οι οποίοι γέμιζαν κάθε Κυριακή τα γήπεδα. Το 1972 λοιπόν, ο Φίνος αποφασίζει να γυρίσει μια ταινία που να βασίζεται στο ποδόσφαιρο, η οποία όμως παράλληλα θα στηλίτευε και ένα μείζον ζήτημα που απασχολούσε εκείνη την περίοδο το άθλημα: την τάση των ελληνικών ομάδων να αποκτούν ξένους παίκτες, παραγκωνίζοντας τους Έλληνες και αλλοιώνοντας τον ελληνικό χαρακτήρα τους. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο μόλις είναι γίνει επαγγελματικό και οι διεθνείς επιρροές είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους. Ο Φίνος λοιπόν ζήτησε από τον Αλέκο Σακελλάριο ένα σενάριο στο πλαίσιο των παραπάνω, κάτι που ο «κυρ Αλέκος» δεν άργησε να υλοποιήσει. Μάλιστα, η ταινία αυτή ήταν η τελευταία που γύρισε ο Σακελλάριος με την Finos Film και για το λόγο αυτό έχει την δική της ιστορική αξία.
Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν η Ρένα Βλαχοπούλου (επίσης στην τελευταία της συνεργασία με τον Φίνο), ο Νίκος Γαλανός – που υποδύεται τον διάσημο ελληνοαργεντινό ποδοσφαιριστή Χούλιο Μπάλμας-, ο Δημήτρης Νικολαϊδης, ο Βασίλης Τσιβιλίκας και η Ελίζα Βόζεμπεργκ, πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και γνωστή ποινικολόγος, 16 χρονών τότε. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια μουσική κωμωδία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και προφητική, αφού σατιρίζει την μανία των ελληνικών ποδοσφαιρικών ομάδων της εποχής να φέρνουν ξένους ποδοσφαιριστές, με αμφίβολα πιστοποιητικά ελληνικής ιθαγένειας. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Μια μοδίστρα, η Ρένα, αδυνατώντας να παραδώσει ένα φόρεμα λόγω των αυστηρών μέτρων ασφαλείας του ξενοδοχείου στο οποίο διαμένει ο διάσημος ποδοσφαιριστής Χούλιο Μπάλμας, εξοργίζεται και χαστουκίζει τον Χούλιο.
Οι μάρτυρες πιστεύουν πως πρόκειται για την μητέρα του και σύντομα οι διάφοροι ποδοσφαιρικοί παράγοντες την εκλιπαρούν να πείσει τον Χούλιο να υπογράψει στην ομάδα τους. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Χούλιο ερωτεύεται την κόρη της Ρένας και η ίδια τσακώνεται με τον άντρα της αρνούμενη να δώσει την κόρη της σε ποδοσφαιριστή. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Δημήτρης Νικολαϊδης, Βασίλης Τσιβιλίκας, Άρης Μαλιαγρός, Σωτήρης Τζεβελέκος, Νίκος Δενδρινός, Περικλής Χριστοφορίδης, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Γιώργος Ζαϊφίδης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Γιάννης Κανδύλας, Μάνια Κολιανδρή, Λουίζα Μπατίστα, Βάσω Βενιέρη, Μπάμπης Ανθόπουλος, Γιώργος Γρηγορίου, Κώστας Τσιάνος, Γιάννης Σαββαϊδης, Νίκος Κικίλιας, Μίνως Μωράκης, Γιώργος Κωνσταντής, Χάρης Σοϊδης, Κυριάκος Δανίκας, Κώστας Σαββαϊδης, Στέφανος Ζηκούδης, Γιώργος Κάφκας, Σαμάνθα Κέπα, Σιτρόν Λιάκουρα, Κώστας Ρήγας, Αντώνης Ζώρζας, Τάκης Γεωργέλης, Κίμων Αποστολόπουλος, Νίκος Πετρόπουλος, Χρήστος Κυριακόπουλος.
Η χημεία Βλαχοπούλου-Γαλανού και η δροσερή Ελίζα Βόζεμπεργκ
Όσον αφορά στις ερμηνείες, η Ρένα Βλαχοπούλου κρατάει ψηλά το επίπεδο, είναι για άλλη μια φορά μοναδική, με εξαιρετικό χιούμορ, κυνική πολλές φορές, νευρώδης όπως πάντα, αλλά πάνω από όλα αυθεντική. Σίγουρα η ταινία αυτή συγκαταλέγεται στις πολύ καλές της. Ωστόσο, η έκπληξη έρχεται από δύο άλλους ηθοποιούς. Πρώτα από όλα, από τον συμπρωταγωνιστή της, τον νεαρό τότε Νίκο Γαλανό, ο οποίος ξεπερνά τον εαυτό του, αποδίδει εξαιρετικά ρεαλιστικά τον ρόλο του διάσημου ποδοσφαιριστή, ενώ αποδεικνύει ότι έχει και μια εξαιρετική χημεία με την Βλαχοπούλου. Φοβεροί οι μεταξύ τους διάλογοι, εύστοχο χιούμορ, ενώ μεγάλο ρόλο έχει και η γλώσσα του σώματος των δύο ηθοποιών.
Πραγματικά, οι δύο τους θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα μαζί στον κινηματογράφο, ωστόσο το timing της συνεργασίας τους δεν ήταν τέτοιο που να επέτρεπε αυτή να έχει και συνέχεια, τουλάχιστον στον κινηματογράφο. Ξεχωριστή όμως ήταν και η ερμηνεία του Βασίλη Τσιβιλίκα, στο ρόλο του....τεχνοκράτη μάνατζερ του Χούλιο Μπάλμας, ο οποίος προσπαθεί πολλές φορές να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, προκαλώντας απίθανες καταστάσεις και πολύ γέλιο. Ακόμα και η παρουσία της μικρής – τότε- Ελίζας Βόζεμπεργκ, μπορεί να μην διεκδικεί δάφνες υποκριτικής, είναι όμως «δροσερή» και ευχάριστη. Εκείνο βέβαια που χαλάει κάπως το όλο αποτέλεσμα είναι οι σεναριακές υπερβολές και αφέλειες, όπως π.χ. οι πράσινοι, κόκκινοι και κίτρινοι παράγοντες των ομόχρωμων ομάδων που σε κάθε του εμφάνιση προκαλούν μάλλον μειδιάματα. Ωστόσο ακόμα κι αυτή η εξέλιξη γίνεται σκόπιμα, με την υπερβολή να αποτελεί δομικό στοιχείο του σεναρίου. Υπερβολή που ενσωματώνεται ωστόσο μάλλον αρμονικά στο όλο αποτέλεσμα. Η μουσική ήταν του Γιώργου Κατσαρού, οι χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ, ενώ στην ταινία τραγουδούν οι αδελφοί Κατσάμπα και οι αδελφές Μπρόγιερ. Στους τίτλους της ταινίας εκείνης, ο ηθοποιός Γιώργος Γρηγορίου αναφέρεται λανθασμένα ως Γρηγόρης Γρηγορίου, λάθος που δεν διορθώθηκε ποτέ.
Αλησμόνητη η σκηνή όπου στις εξέδρες του γηπέδου του Παναθηναϊκού, ο Αλέκος Σακελλάριος που εμφανίζεται ως φίλαθλος, ξηλώνει από την αγωνία του για την έκβαση του ματς, όλο του το πουλόβερ! Όπως ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνέντευξή του, η σκηνή αυτή ήταν η καλύτερη της «καριέρας» του ως ηθοποιού, η οποία είχε αρχίσει το 1948, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μπροστά από τον φακό, σε ρόλο κομπάρσου φυσικά, στην ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Στη ταινία εμφανίζονται ακόμα πλάνα από το παλιό Στάδιο Καραϊσκάκη, αλλά και του γηπέδου του Παναθηναϊκού, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Aπό τις κορυφαίες σκηνές του έργου είναι η στιγμή που η Βλαχοπούλου ως μοδίστρα πηγαίνει στο γήπεδο για να δώσει τις στολές των ποδοσφαιριστών της ελληνικής ομάδας, αλλά όταν μπαίνει στα αποδυτήρια δεν μπορεί να συννενοηθεί με κανέναν από τους παίκτες της, αφού όλοι είναι...ξένοι!
Αντίθετα, στο διάδρομο των αποδυτηρίων βρίσκει έναν παίκτη της ξένης, αντίπαλης ομάδας, ο οποίος είναι...Έλληνας! Το αποτέλεσμα είναι αργότερα στο ματς, όταν ο Έλληνας αυτός βάζει γκολ, η Ρένα το πανηγυρίζει έξαλλα, προκαλώντας...πανικό δίπλα της, αφού ο παίκτης αυτός ανήκε στην αντίπαλη ομάδα της ελληνικής. Το αποτέλεσμα είναι...μύλος, που όμως αποτύπωνε με εξαιρετικά εύστοχο τρόπο το πρόβλημα της εποχής. Πρόβλημα βέβαια που πλέον σήμερα αποτελεί συνήθη τακτική και μάλιστα απόλυτα νόμιμη. Μια πιο ψύχραιμη ανάγνωση των εμπορικών προδιαγραφών της ταινίας φανερώνει το εξής «παράδοξο»: Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 23 Οκτωβρίου της χρονιάς εκείνης και έκοψε 165.128 εισιτήρια στην πρώτη της προβολή στην Αθήνα. Ήρθε στην 5η θέση ανάμεσα σε 64 ταινίες εκείνη την κινηματογραφική σεζόν. Ποιο ήταν το παράδοξο; Ότι αν και τα εισιτήρια που αυτή έκοψε είναι λίγα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο η ταινία «Η Ρένα είναι οφσάιντ» βρέθηκε πολύ ψηλά από πλευράς εισπράξεων τη σεζόν 1972-1973, στην 5η θέση. Υπήρχε όμως και η εξήγηση: Ο ελληνικός κινηματογράφος από εκείνη την περίοδο είχε ήδη μπει σε τροχιά κρίσης, η επέλαση της τηλεόρασης είχε αρχίσει και τα εισιτήρια στους κινηματογράφους άρχισαν να μειώνονται αισθητά από σεζόν σε σεζόν. Οπότε μια ταινία με μέτριο αριθμό εισιτηρίων, μπορούσε να «σκαρφαλώσει» ψηλά στην κατάταξη των εισπράξεων
πηγη https://www.gazzetta.gr/
Σάββατο 11 Μαΐου 2024
Νίκος ο Τρελάκιας: Ο μυθικός ρεμπέτης μάγκας - Το φονικό στην αγορά - Η περίεργη βεβήλωση του τάφου!
Μάγκας, Πειραιώτης και μυθικός ρεμπέτης Έγραψε τραγούδια τα οποία ερμήνευσαν σπουδαίοι ρεμπέτες και ρεμπέτισες της εποχής του Μεσοπολέμου. Συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη και τον Βαμαβακάρη, είχε παραβατική συμπεριφορά και δολοφόνησε έναν διαβόητο κακοποιό με τον οποίο είχαν προηγούμενα.
Ελάχιστες από αυτές τις αφηγήσεις μπορούν να συγκριθούν με τη ζωή και έργα του Νίκου Μάθεση. Του θρυλικού βαρύμαγκα που έγινε γνωστός ως «Τρελάκιας» και με την ιδιάζουσα παραβατική συμπεριφορά του κατάφερε να επιβιώσει και να επιβληθεί στο πιο σκληρό μέρος της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Στο γκέτο της Δραπετσώνας όπου από τον καπνό και τις νότες που έβγαιναν μέσα από τους τεκέδες ξεπήδησε ο δικός του μύθος.
Κρίνοντάς τον με αποκλειστικά σημερινούς όρους, θα ήταν εύκολο να χαρακτηριστεί φονιάς, χασικλής και παράνομος. Για τις συνοικίες του Πειραιά στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή όμως, ο Νίκος ο Τρελάκιας ήταν (όλα αυτά μεν, αλλά κυρίως) ένας άνθρωπος που έπαιξε και κέρδισε με τους κανόνες που έβαζε η ίδια η ζωή. Αν δεν ήσουν στην κορυφή της «τροφικής» αλυσίδας, θα σε έτρωγαν. Κι εκείνος φρόντισε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να παραμείνει εκεί. Έτρωγε για να μην τον φάει κανείς.
Μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν οι φραμπαλάδες, οι καυγάδες, οι μαγκιές, τα μαχαιρώματα, τα φονικά, οι μπάτσοι. Και φυσικά η αποτύπωση αυτής της έκλυτης και πολυτάραχης ζωής στους στίχους του ρεμπέτικου. Με περισσότερα από 100 τραγούδια γραμμένα από το χέρι του και απροσδιόριστο αριθμό άλλων των οποίων την πατρότητα δεν διεκδίκησε ποτέ, θεωρείται και είναι ένας από τους δημιουργούς που είχε στο μυαλό της η UNESCO.
Ας ακούσουμε όμως πώς περιέγραφε ο ίδιος τον εαυτό του στο τραγούδι που φέρει το όνομά του…
Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» αποτελούνταν από τους Βαμβακάρη, Μπάτη, Παγιουμτζή και Δελιά. Κάτι σαν την «dream team» του ρεμπέτικου. Ο τελευταίος, ο Ανέστης Δελιάς ή Μαύρος Γάτος ή Αρτέμης (ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια, όπως τον αποκάλεσαν μετά το θάνατό του από ηρωίνη το ’44) ντύνει με τη φωνή του τους αυτοβιογραφικούς στίχους του «Τρελάκια». Του καλού παιδιού που κάνει καυγαδάκια. Που κυκλοφορεί με «κούφιο» -δηλαδή περίστροφο- και δίκοπη, που πάει να πει φαλτσέτα. Που τον ξέρουν οι γκόμενες κι οι νταβατζήδες. Και που για γούστο του τα έβαζε με όλους του νταήδες. Που ζούσε, δηλαδή, με βάση τους ιδιαίτερους κώδικες τους οποίους είχε δημιουργήσει η ίδια η ζωή των απόκληρων της ελληνικής κοινωνίας.
Από τα 15 χρόνια του στην ψαραγορά του Πειραιά, ο Νίκος Μάθεσης έπρεπε να διαλέξει την πορεία του. Ο πατέρας του τον έβγαλε από το σχολείο κι εκείνος αποφάσισε να κερδίσει τον σεβασμό με τον μόνο τρόπο που ήξερε. Με τη μαγκιά. Και έγινε ο πρώτος μάγκας. Υπολογίσιμος, απρόβλεπτος μα και σεβαστικός. Με ένα σύστημα αξιών δύσκολο να το αντιληφθούμε εμείς, αλλά απολύτως κατανοητό στο δικό του κόσμο. Παράλληλα γίνεται ένας από τους κορυφαίους στιχουργούς του περιθωριακού ρεμπέτικου. Ενός μουσικού είδους που γεννήθηκε στις φτωχογειτονιές, μιλούσε γι’ αυτές και για τις χαρές και τα πάθη των ανθρώπων της. Συνεργάζεται με τα μεγαλύτερα ονόματα εκείνης της εποχής. Με καλλιτέχνες των οποίων σήμερα οι δουλειές κοσμούν τις δισκοθήκες μελών κάθε κοινωνικής τάξης, αλλά τότε κυκλοφορούσαν με τη στάμπα του «ρεμπέτη», του «χασικλή», του «πρεζάκια».
Η ευαίσθητη και καλλιτεχνική πλευρά του Εκτός από στίχους, ο Μάθεσης ζωγράφιζε. Σκάρωνε γελοιογραφίες. Έλεγε ανέκδοτα. Διηγούνταν ιστορίες. Του άρεσαν τα γράμματα. Είχε μια καλλιτεχνική φύση που οπουδήποτε αλλού θα έβρισκε άλλες παράλληλες… δραστηριότητες προκειμένου να εκδηλωθεί και όχι μέσα από τα νταηλίκια στους τεκέδες ή τις φασαρίες στα πέριξ του Πειραιά. «Ονειρευόμουν τον παράδεισο και βρέθηκα στην κόλαση. Σε μια Βαβυλωνία κακοποιών όπου τον πρώτο λόγο είχε το δίκοπο για ψύλλου πήδημα», έλεγε.
Τραγούδια του ερμήνευσε η Ρόζα Εσκενάζυ. Βοήθησε τον Βαμβακάρη (τον πράο και ήσυχο χασάπη, όπως τον έλεγε) να ηχογραφήσει τα πρώτα κομμάτια του. Αν και κάποτε του είχε καρφώσει δύο πιρούνια στον πισινό, πάνω σε καυγά! Μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με τον Παπαϊωάννου και τον Τσιτσάνη την εποχή που το ρεμπέτικο άρχισε να βγαίνει από τα καταγώγια και το μπουζούκι να κερδίζει μια θέση στην «κοσμική» Αθήνα. Εκείνος, όμως, είχε μάθει αλλιώς… Γούσταρε τις ιδιότυπες λέσχες για τις οποίες διαβατήριο ήταν το βιογραφικό του.
Όλοι οι κουτσαβάκηδες τον υπολόγιζαν και λογάριαζαν διπλά και τριπλά πριν τα βάλουν μαζί του. Πολλές φορές πήγαινε εκείνος να τους βρει. Στην Τρούμπα, στα Καρβουνιάρικα, Στην Πειραϊκή, στα Γύφτικα. Εκεί όπου οι μάγκες περπατούσαν μ΄ένα τσιγαριλίκι στο στόμα κι αν τύχαινε να συναντήσουν αστυνομικό, όχι μόνο δεν το πέταγαν, αλλά επιδεικτικά έδειχναν και το μέρος που βάσταγαν το μαχαίρι τους. Οι Αρχές έπαιρναν ρεβάνς με τις εφόδους στα στέκια τους, μαζικές συλλήψεις και κυνηγητά. Φυσικά δεν συμπαθούσε τους αστυνόμους με την βασιλική κορώνα στο καπέλο, αλλά εκείνο που τον εξόργιζε περισσότερο στις εφόδους ήταν η έλλειψη σεβασμού την ώρα που ακουγόταν το ταξίμι. Το αυτοσχέδιο σόλο του ρεμπέτη. «Όταν παίζει ο μπουζουξής το ταξίμι του, κανείς δε μιλάει λες και γίνεται ιεροτελεστία σε ναό του Βούδα», όπως είχε γράψει στα απομνημονεύματά του το 1969…
Η δολοφονία και η αλλόκοτη συμφωνία με το θύμα
Ένας ανοιχτός λογαριασμός μεταξύ του Τρελάκια και του Κώστα Στρίγκλα, οδήγησε σε φονικό το 1938. Ο ξακουστός κακοποιός και «μάγκας» της Φρεαττύδας θέλησε να εκδικηθεί τον Μάθεση και ένα απόγευμα τον αιφνιδίασε στην αγορά. Του επιτέθηκε με μαχαίρι και τον τραυμάτισε στο λαιμό, την πλάτη και τον ώμο. Ο Τρελάκιας πρόλαβε και τράβηξε το περίστροφό του, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές και τον σκότωσε.
«Οπλοφορούσα πάντα, είχα δύο πιστόλια γεμάτα, γιατί είπαμε, ότι πάντα, κάθε στιγμή, η ζωή σου κρεμόταν από μία τρίχα, υπήρχε φόβος να σε φάνε σε ένα λεπτό», δήλωσε πολλά χρόνια μετά το περιστατικό. Όταν βγήκε
από το νοσοκομείο κρίθηκε προφυλακιστέος μέχρι τη δίκη του. Λίγο καιρό αργότερα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι βρισκόταν σε άμυνα τη στιγμή της δολοφονίας.
Οι δύο άντρες οι οποίοι στο παρελθόν είχαν βρεθεί αντιμέτωποι αρκετές φορές είχαν κάνει μία συμφωνία με βέβηλο περιεχόμενο. Ο Τρελάκιας την «τήρησε». Όπως ο ίδιος την περιέγραψε αργότερα «τη Μεγάλη Παρασκευή, πήγα στον τάφο του και μαστούριασα και μετά έχεσα! Γιατί το ’χαμε πει, ότι όποιος καθαρίσει από τους δύο θα πάει να χέσει στον τάφο του αλλουνού! Και έτσι έκανα».
Ο Νίκος Μάθεσης πέθανε στις 27 Απριλίου 1975.
πηγη https://www. .pentapostagma.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Σαν σήμερα 1 Ιουνίου - Χρηστάκης
Το τραγικό τέλος του αξέχαστου λαϊκού τραγουδιστή Χρηστάκη Τον αποκάλεσαν Τζόνι Χάλιντεϊ. Άφησε το δικό του στίγμα στο ελληνικό τραγο...
-
Το τραγικό τέλος του αξέχαστου λαϊκού τραγουδιστή Χρηστάκη Τον αποκάλεσαν Τζόνι Χάλιντεϊ. Άφησε το δικό του στίγμα στο ελληνικό τραγο...
-
ταινία «Φωνάζει ο κλέφτης» κυκλοφορεί το 1965 και αποτελεί μία από τις πιο εμπορικές εκείνης της σεζόν, αλλά το όνομα του ανθρώπου που έ...
-
Ποιος δικτάτορας καθιέρωσε επίσηµα τη λογοκρισία στην Ελλάδα; Γιατί βρέθηκαν στο στόχαστρο τα «χασικλίδικα» ρεµπέτικα, τα «µπεµόλια» και ...
-
Ο εορτασμός της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 γίνεται στην Ελλάδα, την Κύπρο και σε όλο τον κόσμο από τους Έλληνες της διασποράς στις 25 Μ...
-
Ο Ορέστης Μακρής γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 στη Χαλκίδα. Σπούδασε φωνητική μουσική στο Ωδείο Αθηνών και στα 20 του στρατεύτηκε και...
-
Απαρχές – κοινωνικό και μουσικό κλίμα Οι απαρχές του ρεμπέτικου έχει προταθεί πως συνδέονται με τα τραγούδια των φυλακών. Η πρώτη αναφο...
-
Της κακομοίρας Της κακομοίρας (γνωστή και ως Ο μπακαλόγατος) είναι ελληνική κωμική ταινία του 1963, σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Κα...
-
Στέλιος Καζαντζίδης Ο Στέλιος Καζαντζίδης (Νέα Ιωνία Αττικής, 29 Αυγούστου 1931 - Αθήνα, 14 Σεπτεμβρίου 2001) ήταν Έλληνας λαϊκός τραγου...
-
Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ο Κώστας Χατζηχρήστος βρέθηκε για πρώτη φορά σε περιοδεία στην Αίγυπτο. Είχε αποκαλύψει στον Πέτρ...







